Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Αναμνήσεις και στιγμές μιας σχολικής χρονιάς....


              Έρχεται η μέρα που λες… ‘’Ουφ!!! Δεν έχω σχολείο σήμερα!!! Τι καλά!!! ‘’ Δεν έχεις άγχος  για διάβασμα, για την ώρα μην αργήσεις… για το αν θ’ απαντήσεις ή όχι στον καθηγητή κλπ κλπ… Καλοκαίρι γαρ… διακοπές… τέλος το καθημερινό σούρτα φέρτα  στο σχολείο.

             Μετά από 4-5 μέρες όμως αρχίζει το μυαλό και γυρνάει πίσω στην καθημερινότητα που σου είχε γίνει συνήθεια για τόσους μήνες. Σκέψεις, σκέψεις  και εικόνες, αναμνήσεις καλές και κακές, που άλλες σε κάνουν να χαμογελάς  όταν τις θυμάσαι, άλλες σε στενοχωρούν… μα όλα μαζί είναι μια μεγάλη ανάμνηση μέσα στη ζωή σου που θα θυμάσαι για πολλά χρόνια .

              Πόσο γρήγορα μου φάνηκε πως πέρασε φέτος η σχολική χρονιά. Ενώ στην αρχή σου φαίνεται βουνό , στο τέλος λες… ‘’ μα καλά πότε πέρασε η χρονιά ούτε που το κατάλαβα!!!’’

              Σαν χθες ήταν που μπήκα ψαρωμένη μέσα στο εσπερινό γενικό λύκειο και έψαχνα το γραφείο καθηγητών. Τα πόδια μου τρέμανε. Άγχος, ντροπή, περιέργεια, φόβος, όλα μαζί ένας κόμπος στο στομάχι. Σκέψεις χιλιάδες... ''έκανα καλά που γράφτηκα; Μήπως να μην το κάνω; Μήπως γελάνε όλοι μαζί μου;''    Πρώτη μέρα μέσα στη τάξη. Μετά από πολλά πολλά χρόνια. Ξανά μαθήτρια. Καθίσαμε στα θρανία και κοιτάζαμε όλοι σα χαμένοι .Ψάρακες  ήμασταν άλλωστε. Πρωτάκια…  θυμάμαι καθόμασταν όλοι σούζα. Κιχ δε βγάζαμε.. κοιτάζαμε με φόβο τους καθηγητές που μπαινόβγαιναν στη τάξη και κρυφοκοιτάζαμε ο ένας τον άλλον να κόψουμε φάτσες, να δούμε αν είναι και οι άλλοι έτσι αγχωμένοι σαν εμάς, αν υπάρχει κάποιος συνομήλικος μας μες το τμήμα….

               Πέρασε καιρός, γνωριστήκαμε μες τη τάξη, αρχίσαμε τα πειράγματα μεταξύ μας, τον χαβαλέ, πήραμε θάρρος και με τους καθηγητές και γνωριστήκαμε και με όλα τα παιδιά των άλλων τμημάτων καθώς καθόμασταν έξω στα διαλλείματα…  σιγά σιγά γίναμε λες όλοι συμμαθητές σε ένα τμήμα.. που χώραγε όλα τα παιδιά του σχολείου. Γίναμε μια κοινότητα, ένα σύνολο. Γελάσαμε μαζί, κάναμε τις πλάκες μας έξω στο προαύλιο, αρπαχτήκαμε, θυμώσαμε με κάποιους, στενοχωρηθήκαμε για άλλους,  κλάψαμε, μα έτσι κι αλλιώς όλα μες το πρόγραμμα της ζωής δεν είναι ; ( Δε μετάνιωσα λεπτό που γράφτηκα... που ξαναπήγα σχολείο.. που τελικά έκανα αυτό που εγώ ήθελα κι όχι αυτό που θέλαν οι άλλοι...)

              Χαρακτήρες και πρόσωπα τόσο διαφορετικά, μα με τόσα πολλά κοινά μεταξύ τους . Άνθρωποι κάθε ηλικίας . Από 16 έως 50+ ηλικιακά. Όμως εκεί γινόμασταν όλοι ένα. Συνομήλικοι θαρρείς . Μιλάγαμε την ίδια διάλεκτο, στο ίδιο ύφος, περάσαμε τις ίδιες αγωνίες. Παιδιά με τόσα ενδιαφέροντα και ταλέντα εκεί μέσα. Από όλα είχαμε. Κάποιος έπαιζε μουσική επαγγελματικά, κάποιος τραγουδούσε, άλλος ήταν μοντέλο, άλλος  αθλητής του Kick Boxing άλλος μεγάλο ταλέντο στο σκίτσο, άλλη πρώην αθλήτρια στην άρση βαρών και τόσα άλλα ταλέντα… όπως και δυο παιδιά με ταλέντο μαγειρικής που πήρανε  μέρος και σε τηλεοπτική εκπομπή κάνοντας όλο το σχολείο να κολλάει πάνω από μια τηλεόραση να τους δούμε…  Είχαμε και πολύ ωραία κορίτσια φυσικά. Και κλασικά τους γαμπρούς της ευτυχίας που δε χάνανε ευκαιρία για πείραγμα στα κορίτσια.. χαχα!!! Όπως και ωραία  αγόρια. Είχαμε γεννητούρια, (μαθήτρια γέννησε μες τη σχολική χρονιά) είχαμε και δυο ψυχές άξιες θαυμασμού. Δυο παιδιά τυφλά που δίνανε το δικό τους αγώνα να σταθούν στα πόδια τους και να μορφωθούν και να μην αποτελούν μειονότητα στη κοινωνία.

             Χορέψαμε όλοι μαζί και γλεντήσαμε σα μια μεγάλη παρέα στη γιορτή των Χριστουγέννων, γιορτάσαμε αρκετά γενέθλια με τούρτες έκπληξη μες τις τάξεις και φωτογραφηθήκαμε παντού ώστε να μείνουν για πάντα χαραγμένες αυτές οι στιγμές!!! Τρομάξαμε και γεμάτοι αγωνία τρέξαμε όλοι πάνω από ένα αγαπημένο πρόσωπο όταν έχασε τις αισθήσεις του, γίναμε μια ομάδα αγαπημένη στο θεατρικό γελώντας με κάθε ευκαιρία ακόμη και την ώρα της πρόβας ,να παίζουμε αρχαία τραγωδία κι εμάς να μας έχει πιάσει νευρικό γέλιο και να μη μπορούμε να αρθρώσουμε λέξη…  Χαρήκαμε και νιώσαμε μέγιστη υπερηφάνεια στην έκδοση του ομαδικού βιβλίου μας … γίναμε μια γροθιά ώστε να μαζέψουμε ένα ποσό να βοηθήσουμε κάποια ευπαθή άτομα του σχολείου μας…

            Είχαμε και τους τσακωμούς μας. Υπήρξαν και μέρες που ο εκνευρισμός  χτύπησε κόκκινο!!!  Το ίδιο και οι πόρτες που κοπανίσαμε πίσω μας. Αφήσαμε τα δάκρυα μας να κυλήσουν στα μάγουλα μας. Άνθρωποι με αδυναμίες κι εμείς… Δεθήκαμε όμως οι περισσότεροι μεταξύ μας. Παιδιά της πρώτης με παιδιά της τελευταίας τάξης και όχι μόνο. Στενοχωρηθήκαμε όταν ένα δικό μας παιδί της πρώτης εγκατέλειψε το όνειρο στη μέση και παράτησε το σχολείο. Κάναμε όλοι το παν να του αλλάξουμε γνώμη να μην τα παρατήσει αλλά δυστυχώς, τα προβλήματα της καθημερινής του επιβίωσης ήταν δυνατότερα της θέλησης του για μόρφωση, όσο κι αν το ήθελε…  η αλήθεια είναι ότι με πίκρανε πολύ αυτό το συμβάν γιατί με το άτομο αυτό είχα έρθει πολύ κοντά. Εύχομαι να αλλάξει γνώμη και να συνεχίσει αυτό που άφησε στη μέση…

            Εξετάσεις!!! Πότε ήρθε ο καιρός ούτε που το καταλάβαμε…  αγωνία, διάβασμα, σκονάκια, συζητήσεις, απορίες έξω στα σκαλάκια στο προαύλιο και το άγχος στο φουλ!!! Βγαίνοντας από τη τάξη στο τέλος κάθε εξεταστέου μαθήματος η ίδια ερώτηση από όλα τα χείλη…  ‘’ έγραψες; ’’  άλλος σε κοίταζε με λύπη κουνώντας το κεφάλι, άλλος έλεγε ‘’εντάξει μωρέ.. κάτι κάναμε…’’ και  ερχόταν η επόμενη μέρα για το επόμενο εξεταστέο μάθημα και πάλι το ίδιο σκηνικό απ΄την αρχή.

            Παιδιά που δίνανε το δικό τους αγώνα καθημερινά. Άλλοι στη δουλειά με τα τόσα προβλήματα και κούραση, άλλοι παλεύοντας με την ανεργία και το καθημερινό ψάξιμο δουλειάς έχοντας στο κεφάλι το άγχος της επιβίωσης, άλλοι με τα χιλιάδες προβλήματα τα οικογενειακά…  χωρισμού, παιδιών, αποχωρισμού οικογενειακών προσώπων και αναγκαστική επιβίωση, συμβίωση στο σπίτι με μέθυσο γονέα, επιβίωση και αναγκαστική προσαρμογή μετά από πρόσφατο θάνατο αγαπημένου στην οικογένεια, τσακωμούς στο σπίτι και παιδιά πληγωμένα από χωρισμένους γονείς που πάλευαν καθημερινά να βρουν την ταυτότητά τους και το χαμένο τους χαμόγελο. Ένας τεράστιος πίνακας η ιστορία που κουβαλούσε κανείς μέσα στη ψυχή του βαθιά. Κρυμμένος πόνος που έβγαινε και ξεχείλιζε πολλές φορές άθελα τους απογυμνώνοντας τις ψυχές τους.  Μα όλοι με την ίδια δίψα. Να καταφέρουν να συνεχίσουν τη ζωή τους, να σταθούν στα πόδια τους και να μορφωθούν. Να γίνουν κάτι.. Ερχόντουσαν στις τάξεις και αρκετές φορές κλείνανε τα μάτια τους από τη κούραση και βάραιναν οι πλάτες τους από τα χιλιάδες προβλήματα. Πολλοί  έφτασαν στο τσακ να τα παρατήσουν. Αρκετές  φορές η απόγνωση τους λύγιζε και είπαν  ‘’τέρμα δε ξανάρχομαι!! ’’  Ευτυχώς όμως που υπήρχαν άτομα γύρω τους εκεί που σκύψανε από πάνω τους και τους αλλάξανε γνώμη.

             Ήρθε και η τελευταία μέρα στο σχολείο. Συνειδητοποιείς πως δε θα ξαναδείς κάποια πρόσωπα πλέον του χρόνου, είτε γιατί αποφοιτούν είτε γιατί φεύγουν για μια νέα ζωή σε άλλες πατρίδες πλέον. Θυμάσαι πόσα πέρασες, πόσα είπες, μοιράστηκες, γέλασες, πόνεσες μαζί τους και νιώθεις ένα κενό. Από τη μια η πίκρα του αποχωρισμού και το γιατί δεν είχατε έστω ακόμη μια χρονιά να συμπορευθείτε εκεί. Από την άλλη όμως νιώθεις χαρά και ικανοποίηση που οι δρόμοι σας σμίξανε φέτος σε αυτό το σχολείο και γνωριστήκατε, δεθήκατε, και ζήσατε όμορφες στιγμές έστω και για τόσο λίγο…  Νιώθεις θαυμασμό που καταφέρανε και φτάσανε ως το τέλος!!! Σαν εσένα ξεκινήσανε κι αυτοί κάποτε… ψαρούκλες ήταν στην αρχή κι αυτοί και τώρα δες τους!!! Τελειόφοιτοι!!! Αναλογίζεσαι μέσα σου… ‘’άραγε θα τα καταφέρω κι εγώ; Θα φτάσω κι εγώ ως το τέλος; Θα περάσει γρήγορα ο καιρός; Θα περάσω τις τάξεις; ‘’ Σκέφτεσαι πόσα χρόνια έχεις ακόμη μπροστά σου και τα βλέπεις όλα βουνό… έπειτα σου λένε αυτοί… ‘’ έλα μωρέ θα περάσει ο καιρός και δε θα το καταλάβεις πότε!!! Σάμπως εμείς καταλάβαμε πότε μπήκαμε εδώ και πότε βγαίνουμε τώρα; Σα χθες ήταν που ήμασταν πρωτάκια…’’

             Έρχεται η ώρα του αποχαιρετισμού. Κάποιους ξέρεις πως δε θα τους ξαναδείς ποια. Φεύγουν χιλιάδες  χιλιόμετρα μακριά. Κάποιους άλλους ίσως  δε συναντηθούν οι δρόμοι σας ποτέ ακόμη κι αν μένετε στην ίδια πόλη. Ένα κενό στο στομάχι. Πώς να αποχαιρετήσεις άτομα, φίλους που έζησες τόσες  καθημερινές στιγμές  εκεί; Πιστεύεις , θες να πιστεύεις πως η φιλία σας δε θα χαθεί δε θα βουλιάξει μες τα άπειρα προβλήματα της ζωής και στην απόσταση.

             Τελικά το σχολείο είναι σχολείο ζωής!!! Σου δίνει γνώσεις, πείρα και τόσα μαθήματα ζωής που δε πίστευες ποτέ πως θα εισπράξεις. Πιστεύω πως όλοι πήραμε το μάθημά μας εκεί μέσα. Όλοι αλλάξανε κάτι στις απόψεις και στο χαρακτήρα τους, στα πιστεύω, στα ιδανικά τους κλπ. Θέλω να πιστεύω πως όλοι από εκεί μέσα θα βγούμε καλύτεροι άνθρωποι πάνω από όλα. Εν αναμονή λοιπόν της νέας σχολικής χρονιάς, των νέων ατόμων που θα έρθουνε και θα παραδώσουμε εμείς τον τίτλο της ψαρούκλας σε αυτούς πλέον…  και με την ευχή να γεννηθούν νέες δυνατές φιλίες εκεί μέσα.

             Καλή τύχη και καλή σταδιοδρομία στα παιδιά που αποφοίτησαν, καλή ζωή στα παιδιά που θα ξεκινήσουν μια νέα ζωή κάπου πολύ μακριά, να είναι πάντα και παντού ευτυχισμένα ότι κι αν κάνουν όπου κι αν πάνε…
             Σε εμάς τους υπόλοιπους , καλή αντάμωση τον ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ για νέες περιπέτειες!!! ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ σε όλα τα παιδιά που έζησα μαζί τους αυτή τη σχολική χρονιά 2013 -2014 αλλά και στους θαυμαστούς και αξιέπαινους καθηγητές μας!!!!



            Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά της Α’ και της  Δ΄ τάξης και όλων των άλλων τμημάτων, και ιδιαίτερα στις :  Ελένη, Μαρία, Νικολέτα, Βίκυ, Λιλιάνε, Κωνσταντίνα με πολύ αγάπη. Σας ευχαριστώ για τις στιγμές που μοιραστήκαμε . Θα μου λείψετε πολύ!!!!!!!!!
Χρύσα Μπαλαμπάνη
27/6/2014










             

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Το διήγημά μου στο homouniversalis


Ευχαριστώ πάρα πολύ το homouniversalisgr.blogspot και τους υπεύθυνους του όπως επίσης και την Markella Marmarinou για την τιμή που μου κάνανε να δημοσιεύσουν το διήγημα μου. 

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2014/06/blog-post_22.html?m=1


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

‘’Πόση δύναμη χρειάζομαι Θεέ μου;’’



ΧΡΥΣΑ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗ

‘’Πόση δύναμη χρειάζομαι Θεέ μου;’’

Η Άννα έκλεισε με δύναμη πίσω της την πόρτα και βιάστηκε να βγεί στον καθαρό αέρα. Η ώρα ήταν έξι παρά ακόμη. Πολύ νωρίς για να φύγει για το σχολείο. Αλλά, αν έμενε ακόμη λίγο μέσα εκεί, σίγουρα θα εξελισσόταν ακόμη χειρότερα το απόγευμα. Ένιωθε να πνίγεται. Σαν ένα αόρατο χέρι να την έσφιγγε δυνατά στο λαιμό μέχρι να μη μπορεί να πάρει πλέον ανάσα. Βγήκε στο δρόμο. Είχε σουρουπώσει  από ώρα και η κίνηση ήταν έντονη. Στο μυαλό της τριγύριζαν λέξεις, εικόνες, προσβολές, φωνές, όλα μαζί σα δαίμονες που ούρλιαζαν μες το κεφάλι της.
Ανηφόριζε την κεντρική λεωφόρο με γρήγορα βήματα. Τα μάτια της ήταν θολά από τα δάκρυα και αρκετοί περαστικοί την κοίταζαν άλλοι με περιέργεια κι άλλοι με ένα είδος συμπόνιας. Μα δε την πολυένοιαζε αν και αισθανόταν κάπως αμήχανα. Το κρύο σήμερα ήταν τσουχτερό και κάποιες στάλες, μάλλον χιονόνερο πρέπει να ήταν, έπεσαν στο πρόσωπό της. Δεν άργησαν να κυλήσουν τα πρώτα δάκρυα από τα μάτια της. Η φόρτιση μέσα της ήταν ανώτερη από τις δυνάμεις της. Κι άλλα βλέμματα περαστικών πάνω της.
‘’Ποιος ξέρει τι θα σκέφτονται για μένα’’ αναλογίστηκε. Μετά από λίγο έφτασε στο σχολείο της. ‘’Μα τι κάνω εδώ από τώρα, γαμώτο; Ήρθα μια ώρα νωρίτερα και τώρα θα κάθομαι σαν την ηλίθια μες το κρύο εδώ έξω’’; Της βγήκε ένας βαθύς αναστεναγμός ασυναίσθητα. Ήθελε να ουρλιάξει με όλη της τη δύναμη. Άλλωστε και ποιος θα την άκουγε; Ευτυχώς, ψυχή δεν υπήρχε τριγύρω. Αποφάσισε να πάει στο διπλανό παρκάκι να καθίσει ώσπου να έρθει η ώρα που θα χτυπήσει το κουδούνι. Δεν ήθελε να δει κανέναν σήμερα. Δεν είχε διάθεση ούτε για μάθημα ούτε  για τίποτα. Τύλιξε πιο σφικτά το μπουφάν πάνω της καθώς έκατσε σε ένα πιο απόμερο παγκάκι.
 ‘’Γιατί  Θεέ μου πρέπει να γίνονται όλα αυτά σε μένα ; Γιατί πρέπει να μπαίνω κάθε μα κάθε φορά στην ίδια διαδικασία να τα τραβάω όλα αυτά και να πρέπει να απολογούμαι κι από πάνω λες κι έχω διαπράξει κανένα έγκλημα‘’; Στο μυαλό της κουβάρι όλα μαζί. Τα τελευταία σκληρά λόγια του Βασίλη, το ειρωνικό βλέμμα του Γιώργου, τα λόγια των γονιών της, τα απορημένα μάτια των φιλενάδων της όταν τους είπε πως πάει σχολείο και η κλασική ατάκα από τα χείλη των πιο πολλών…΄΄ Μα δεν είχες τελειώσει το Λύκειο;;;; Πως κι έτσι;;; Γιατί;;;; ‘’ ‘’Γιατί έτσι γουστάρω!!! Γιατί δεν ήσουν στη ζωή μου τότε εσύ πριν πολλά χρόνια να ξέρεις τις συνθήκες που με έκαναν  να μη συνεχίσω το σχολείο τότε που έπρεπε!!!’’ ήθελε να τους πετάξει κατάμουτρα.
            Μα και πάλι ο κοινωνικός περίγυρος δε την πολύ ένοιαζε  κατά βάθος. Άλλο ήταν το σαράκι και ο πόνος ο βαθύς: Η οικογένεια της!!! Που μόλις άκουσαν την απόφαση της μια μέρα ξαφνικά πως, ναι, αποφάσισε να ξαναγραφτεί σχολείο, πέσαν σαν ύαινες πάνω της λες και τους είχε μόλις ανακοινώσει το πιο αλλόκοτο πράγμα, κάτι ας πούμε σαν … ‘’ξέρετε αποφάσισα να δουλέψω σε νάιτ κλαμπ !!! ‘’ Το τι δεν άκουσε…. Λόγια, λόγια, λόγια. Άλλοτε σκληρά που μπήγονταν σα μαχαίρια στη σάρκα της και στριφογύριζαν τη λάμα έτσι για να την πονέσουν όσο γίνεται ακόμη περισσότερο κι άλλοτε χλευαστικά του στυλ ‘’τώρα στα γεράματα σου ήρθε να πας σχολείο’’ ή ‘’ η γυναίκα είναι για το σπίτι. Κοίτα το σπίτι σου, τον άντρα σου και τα παιδιά σου γιατί θα σηκωθεί να σε παρατήσει ο άντρας σου και άσε τα σχολεία τώρα δε σου χρειάζονται σε αυτήν την ηλικία!!!’’  ‘’ποια ηλικία γαμώτο μου; Σαράντα τεσσάρων ετών είμαι. Νεότατη ακόμη. Κρατιέμαι μια χαρά, έχω πολύ ενέργεια μέσα μου, έχω μεγάλη όρεξη για ζωή, για μάθηση και νιώθω πως έχω πολλά ακόμη να προσφέρω!!!! ‘’
Μα ποιος την άκουγε; Του κάκου πάλευε να τους αλλάξει γνώμη. ‘’Μήπως έχουν δίκιο… μήπως να μη πάω να γραφτώ τελικά σχολείο… μήπως να κάτσω στα αυγά μου να μην τους ακούω κιόλας; Ίσως έχουν δίκιο… πού πάω τώρα σε αυτή την ηλικία να το παίξω πάλι μαθήτρια… κι αν δε τα καταφέρω; Αν αποτύχω μιας και μετά από τόσα πολλά χρόνια δε θυμάμαι τη τύφλα μου από μαθήματα, τι θα κάνω; Τότε είναι  που θα με πάρουν όλοι στο ψιλό και θα μου τα χώνουν κατάμουτρα  κι εγώ θα βλέπω το χαιρέκακο βλέμμα τους και δε θα τολμώ να πω και τίποτα!!! Θα θέλω μόνο να ανοίξει η γη να με καταπιεί!!!
 -Αποτυχημένη!!!!! Άχρηστη!!!! Τώρα σου ήρθε να μας το παίξεις μαθήτρια!!! Νομίζεις πως είσαι κοριτσάκι και ξαναζείς την εφηβεία σου; Ντρέπομαι για σένα!!!! Τι θα λένε οι φίλοι μου… πως η μάνα σου πάει σχολείο τώρα σε αυτήν την ηλικία;;;;; Αντί να κάτσεις σπίτι σου να σιδερώσεις κανά ρούχο που τα ασιδέρωτα έχουν φτάσει ως το ταβάνι εσύ βρήκες δικαιολογία τώρα πως δε προλαβαίνεις ,τάχα πως έχεις διαβάσματα!!!!
 - Σε παρακαλώ ρε Βασίλη… ηρέμησε. Θα σιδερώσω αύριο στο υπόσχομαι!!! Στο κάτω κάτω μη μου πεις πως δεν έχεις ούτε ένα ρούχο να φορέσεις και έμεινες γυμνός!!! Γεμάτη η ντουλάπα σου μέσα. Σου είπα πως πνίγομαι αυτό τον καιρό. Σου έχω εξηγήσει άπειρες φορές πως τα μαθήματα είναι πολύ δύσκολα, πόσο μάλλον για μένα που έχω να καταπιαστώ με αυτά είκοσι εφτά χρόνια!!! Κάνω μια προσπάθεια το βλέπεις να τα καταφέρω να τα καταλάβω. Βοήθεια δεν έχω από πουθενά όπως είχατε εσείς από τα φροντιστήρια. Παλεύω μόνη μου, εσείς δε με βοηθάτε σε τίποτα κι αντί να μου πεις ένα μπράβο, ρε μάνα, είσαι άξια που τα καταφέρνεις μόνη σου και έχεις τη δύναμη να το παλέψεις, εσύ μου φωνάζεις και με υποτιμάς κι από πάνω!!!
 -Σιγά να μη σου πω και μπράβο!!! Επειδή είπες πως πήρες δεκαεννιά σε ένα μάθημα και δεκαοχτώ σε ένα άλλο κάτι έγινε!!! Λες και δε ξέρουμε πως στα νυχτερινά σας τους βάζουν έτσι τους βαθμούς!!! Αφού σας βλέπουν τι στουρνάρια είστε όλοι, σας λυπούνται και σου λένε ..έλα μωρέ βάλτης εκεί ένα είκοσι να χαρεί η καημένη λιγάκι!!!
-Τι λες τώρα ακούς τι λες;;;;; Με προσβάλεις κατάμουτρα τώρα!!! Λες και δεν βλέπεις πόσο διάβασμα ρίχνω καθημερινά, θες να πεις πως δεν τους άξιζα τους βαθμούς και μου τους βάλαν χαριστικώς;;; Γιατί; Για τα ωραία μου τα μάτια; Για την ψυχή της μάνας τους; Γιατί που να πάρει η ευχή;;;;;
            H μια κουβέντα έφερε την άλλη τα λόγια που ανταλλάχτηκαν ήταν μαχαιριές κι ο καυγάς δεν άργησε να ξεσπάσει . Ο Βασίλης ήταν οξύθυμος σα χαρακτήρας ανέκαθεν και η κόντρα με τη μάνα του κράταγε χρόνια. Ότι κι αν έκανε αυτή, πάντα μα πάντα της έβρισκε κουσούρια. Πάντα της τά ΄χωνε κατάμουτρα προσβάλλοντας την άπειρες φορές. Έτσι κι εκείνη τη μέρα ο έντονος θυμός του τον έκανε να της επιτεθεί και φραστικά και σωματικά. Η Άννα δεν άντεξε. Ένιωθε πως από στιγμή σε στιγμή θα την έβρισκε το εγκεφαλικό!!! Τα μηνίγγια της χτυπούσαν σαν τρελά. Η καρδιά της ένιωθε πως θα έσπαγε στα δύο. Βούτηξε τη σχολική της τσάντα και κοπάνισε την εξώπορτα πίσω της με δύναμη.
Και τώρα κάθεται εδώ σε ένα κρύο παγκάκι ολομόναχη να την ζώνουν από την μια οι τύψεις και από την άλλη να τη πνίγει το άδικο. Θυμάται τα λόγια της φίλης της, της Γεωργίας όταν είχαν μιλήσει μια μέρα τέλος καλοκαιριού στο τηλέφωνο. Της είπε πως πάει σχολείο νυχτερινό και όχι μόνο αυτή αλλά και μια κοινή τους φίλη η Μαρία. Η Άννα δε πίστευε στ’ αυτιά της!!! Μα είναι δυνατόν; Eίχαν την ίδια πάνω κάτω ηλικία μαζί της.  ‘’Μα καλά πως… θέλω να πω οι άντρες σας; Tα παιδιά σας; Δε σας φέρανε καμία αντίρρηση; Εμένα θα πέφταν πάνω μου να με φάνε!!! Της είπε γνωρίζοντας το πώς θα αντιδρούσαν οι δικοί της σε κάτι τέτοιο. ‘’Ναι η Μαρία είχε προβλήματα κι αυτή η καημένη, την κορόιδευαν και ο άντρας της γκρίνιαζε αλλά η Μαρία κατάφερε να είναι πολύ καλή μαθήτρια να χτυπάει κάτι δεκαεννιάρια και να τους δεις τώρα τους δικούς της … τσιμουδιά δε βγάζουνε!!!  Ίσα ίσα τα παιδιά της τη θαυμάζουνε κι από πάνω τώρα!!!’’ Αυτό ήταν. Κλείνοντας το τηλέφωνο με τη Γεωργία είχε ήδη αποφασίσει. Τις θαύμασε γιατί ήταν απλά κορίτσια του Δημοτικού και τώρα η μια είναι ήδη Τρίτη Λυκείου και η άλλη Δευτέρα. Αυτές δηλαδή πως τα κατάφεραν; ‘’Μπράβο τους!!! Για μένα είναι αξιέπαινες. Θα πάω κι εγώ σχολείο ξανά!!!’’
Πάντα είχε το καημό μέσα της που δεν συνέχισε το σχολείο τότε που έπρεπε. Και να πεις πως δεν είχε περάσει στο γυμνάσιο με πολύ καλό βαθμό; Αλλά η ζωή καμιά φορά μας τα φέρνει αλλιώς από ότι τα υπολογίζουμε. Αν μάλιστα βρίσκεσαι και στην ηλικία των δεκαεφτά που το μυαλό σου είναι νερουλιασμένο ακόμη και αργεί πάρα πολύ για να πήξει, ε, τότε είναι που κάνεις τη μια λάθος κίνηση πίσω από την άλλη. Και το σχολείο και οι σπουδές πάνε περίπατο και μαζί και όλα τα όνειρα που είχες στο κεφαλάκι σου μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αλλά, δυστυχώς , ο χρόνος δε γυρίζει πίσω!!! Τα λάθη δε διορθώνονται και κοιτάς τι μπορείς να κάνεις από δω και μπρος…. Αν δε παρατούσε το σχολείο τότε, σίγουρα θα το τελείωνε, ίσως και να σπούδαζε κάτι. Κάτι σπουδαίο που δεν θα την έκανε να νιώθει ντροπή κάθε φορά που έπρεπε να συμπληρώσει τις γραμματικές της γνώσεις σε κάποια αίτηση εργασίας ή κάθε που κάποιος κάπου την ρωτούσε «τι επαγγέλλεστε;;;;»
Πολλές φορές σκέφτηκε να τα παρατήσει και να μην ξαναπατήσει στο σχολείο. Από την μια η απογοήτευση πως δε θα τα καταφέρει τελικά να φτάσει ούτε καν στο τέλος της φετινής χρονιάς.’’ Να δεις που θα μείνω στις εξετάσεις!!! Αποκλείεται να γράψω.. που να τα θυμάμαι όλα αυτά από έξω;;;‘’Από την άλλη η έντονη και ασφυκτική πίεση του διαβάσματος και το ζόρι για να τα καταλάβει και να τα μάθει από έξω, ήταν και αυτές οι κάθε τρεις και λίγο συγκρούσεις στο σπίτι με το γιο της και το κοροϊδευτικό βλέμμα του άντρα της για να μην πει η αδιαφορία του στο πρόσωπό της. Δε πα να έπαιρνε άριστους βαθμούς, δε πα να έπαιρνε μέρος στη σημαία στη παρέλαση, του ήταν παγερά αδιάφορο!!! Αχ να ήξερε μόνο πόσο ανάγκη τον είχε… πόση ανάγκη είχε ένα καλό λόγο από τα χείλη του.. ένα μπράβο, ένα «συγχαρητήρια, συνέχισε έτσι» !!! Πόσο ανάγκη είχε από τους δικούς της την επιβράβευση των προσπαθειών της. Ένα καλό λόγο περίμενε κάθε φορά. Ζητιάνευε το μπράβο της όποτε τους έλεγε όλο χαρά ότι έγραψε καλά στο διαγώνισμα, όχι για να ικανοποιηθεί  το εγώ της αλλά για να της δώσουν φτερά στα πόδια και στη ψυχή της, να πάρει δύναμη και κουράγια να προσπαθήσει για πιο ψηλά!!! Μα που να την καταλάβουν αυτοί….
            Δε βαριέσαι… αυτή είχε μάθει να πέφτει πολλές φορές και να ξανασηκώνεται μόνη της. Κανένα χέρι δεν της απλώθηκε ποτέ. Τώρα θα γίνει; Όχι δεν θα τους έκανε την χάρη να τα παρατήσει!!! ‘’ Θα παλέψω έστω και μόνη μου ως το τέλος και ελπίζω στο Θεό να τα καταφέρω!!! Θέλω να πάρω το απολυτήριό μου και μετά να τους το τρίψω στη μούρη όλων όσων με αμφισβητούσαν. Αν μάλιστα καταφέρω και περάσω και σε κάποιο πανεπιστήμιο τότε θα δουν ποια είμαι εγώ!!! Σκέφτηκε. Είχανε μάθει όλοι στο άβουλο πλάσμα που το κάναν ότι θέλανε,  ε…. με είχαν μόνο για δούλα και τώρα που χάσαν εν μέρει τη δούλα τούς κακοφάνηκε ε, ;;;;  E ,όχι θα σας δείξω ποια είμαι εγώ και τι αξίζω!!!!
Δίχως να το καταλάβει τα μάτια της πάλι βούρκωσαν και τώρα λιμνούλες ξεχείλιζαν στα μάγουλα της. Η ώρα είχε περάσει. Κόντευε εφτά παρά δέκα. Το κρύο είχε δυναμώσει για τα καλά. Μα δεν το ένιωθε τόσο πολύ να τη διαπερνά όσο ο πόνος βαθειά μέσα στην ψυχή της. Θόλωσαν τα μάτια της με δάκρυα. ‘’πως θα πάω έτσι στο σχολείο ; Θα με δουν έτσι χάλια και θα αρχίσουν να ρωτάνε τι έχεις και τι έπαθες!!!’’ αναρωτήθηκε. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά της ένας κύριος που είχε βγάλει βόλτα στο παρκάκι το σκύλο του.
-Σε έστησε το τομάρι, ε κοπελιά ; Μη στενοχωριέσαι κούκλα μου δεν αξίζει να κλαις για κανέναν άντρα πίστεψε με!! Σήκω φύγε μη παγώσεις εδώ πέρα και άστον… αυτός χάνει!!! Νέο κορίτσι είσαι, θα βρεθεί ο καλύτερος, είπε ο περαστικός ρίχνοντας της ένα βλέμμα συμπόνιας και έφυγε.
            Η Άννα τότε συνειδητοποίησε τι ακριβώς της είχε πει και σα να ξύπνησε από λήθαργο χαμογέλασε και την έπιασε νευρικό γέλιο. ‘’Μα … χαχα, είναι δυνατόν; Με πέρασε για… νόμιζε πως… χαχαχαχα!!!! Νέο κορίτσι είσαι , είπε … αχχχχ καλέ μου κύριε… εγώ το ξέρω.. εσύ το είδες , άλλοι είναι που δε το βλέπουν και μου κόβουν τα φτερά λέγοντας μου πού πάω τώρα στα γεράματα…. ‘’
                           Σηκώθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα σκούπισε τα εκφραστικά της μάτια κοίταξε ψηλά στον ουρανό και ευχήθηκε στον Θεό να μην την εγκαταλείψει ποτέ. Να είναι πλάι της όποτε λιγοψυχά  και να της δώσει υπομονή και κουράγιο  να τα καταφέρει.
                             Μόλις πέρασε την καγκελόπορτα του σχολείου ακούστηκε και το κουδούνι. Εφτά ακριβώς!!! Άντε,  καλό μας μάθημα.

 Το διήγημα αυτό εντάσσεται στη Συλλογή Διηγημάτων 
"Μη μετράς τα χρόνια ..." 
του Εσπερινού Λυκείου Καλλιθέας .




                                                                   Σκίτσο  ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΠΑΧΤΣΙΑ






 







Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΜΟΥ για το περιοδικό ''Ανθρώπων Έργα Ιούνιος 2014''

Και ναι κυρίες και κύριοι!!!! ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΜΕ!!!! Το αγαπημένο μας περιοδικό είναι πλέον στη διάθεση μας!!! Μέσα στις σελίδες του θα βρείτε και τη δική μου προσωπική δουλειά 

Σελ. 33 - 37 παρουσίαση βιβλίου '' ΜΗ ΜΕΤΡΑΣ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ '' !!!


Σελ. 94 - 105 η συνέντευξη που πήρα από τον πολύ καλό μου φίλο και συγγραφέα Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο !!!


Καλή ανάγνωση σε όλους

http://joom.ag/Jteb


http://www.joomag.com/magazine/alphanuthetarhopiomeganu-rhogammaalpha-iotaomicronnuiotaomicronsigmaf-2014/0239544001402680990 





 



 

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

''ΑΛΗΘΙΝΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ. ΣΥΜΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΦΟΡΗΤΟ ΠΟΝΟ.''

                            Δεν ξέρω από πού να αρχίσω και πώς να τελειώσω… Μέσα σε 12 μόλις μέρες έζησα τόσα πολλά που αναθεώρησα άπειρα πράγματα στη ζωή μου. Σκέψεις, στιγμές, ώρες αγωνίας, αμέτρητος πόνος, συναισθήματα, συμπεριφορές, μυρωδιές, μοναξιά, λύπη, αγανάχτηση και τόσα άλλα ανάκατα μέσα στο μυαλό μου. Ένας κόμπος μαζεμένος στο στομάχι μου που μεγάλωσε και μεγάλωνε κάθε ώρα κάθε μέρα και έγινε μια μαύρη μάζα που με έπνιγε και μου στερούσε τον αέρα…

                            Δεν είναι καθόλου εύκολο να φροντίζεις έναν άρρωστο. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο άρρωστος είναι δικό σου άτομο… και το χειρότερο από όλα όταν πρέπει να είσαι δίπλα του σε κάποιο νοσοκομείο. Οι ώρες περνάνε απελπιστικά αργά και για σένα και για τον άρρωστο που από τη μια μετράει το πότε θα ξημερώσει η αβάσταχτη νύχτα, από την άλλη πότε θα νυχτώσει επιτέλους να φύγει κι αυτή η μέρα και όλα αυτά μαζί με το ‘’πότε επιτέλους θα γίνω καλά να φύγω από εδώ μέσα?’’ Εσύ που μένεις δίπλα του εκεί νιώθεις εγκλωβισμένος και ανήμπορος να βοηθήσεις στο να απαλύνεις τον πόνο του.. νιώθεις χαμένος και μια δυσφορία σε τυλίγει. Όταν μάλιστα πρέπει να μείνεις δίπλα στον άνθρωπό σου να τον φροντίσεις για ώρες , ατέλειωτες ώρες που δε περνάνε με τίποτα, κοιτάς το ρολόι και το ξανακοιτάς και αρχίζεις να αμφιβάλλεις εάν δουλεύει, γιατί δε μπορεί να κολλάνε έτσι τα λεπτά και να μη προχωράνε…  οι μέρες εκεί μέσα κάπως ψιλοπαλεύονται, με το ένα και με το άλλο, με τη φασαρία, τη κίνηση κλπ κάπως περνάνε οι ώρες… όταν όμως έρχεται το βράδυ… είναι σωστό μαρτύριο. Κάθεσαι σε μια καρέκλα και αν δεν έχεις να ασχοληθείς με τον ασθενή σου, κοιτάς μια το πάτωμα, μια τον απέναντι τοίχο, μια το ταβάνι, μια τους άλλους ασθενείς, κοιτάς για εκατομμυριοστή φορά το ρολόι σου και αυτό εκεί… καρφωμένο…. Δε λέει να ξημερώσει με τίποτα!!! Κάποια στιγμή τα βλέφαρα βαραίνουν, σε καταβάλει η κούραση, νιώθεις τη μέση σου διαλυμένη, τα πόδια σου βαριά σα δεμένα με αλυσίδες και συ γέρνεις πότε δω, πότε κει κινδυνεύοντας να πέσεις με τα μούτρα στο πάτωμα μιας και η κούραση σε έχει παραλύσει... και τότε ακούγεται από δίπλα ή από άλλο θάλαμο μια κραυγή πόνου ένα βογγητό και πετάγεσαι σα να χτυπάει ηλεκτρικό ρεύμα σε όλο σου το κορμί, συνειδητοποιείς που βρίσκεσαι, κοιτάς προς το παράθυρο και βλέπεις πως ακόμη επικρατεί το βαθύ σκοτάδι έξω, σημάδι πως αργεί πολύ για να ξημερώσει…
                              Πέρασα άπειρες ώρες μέσα εκεί σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. 24ωρα ολόκληρα.. νύχτες και μέρες που μου φάνηκαν αιώνας… πάνω σε μια καρέκλα, να μη ξέρεις που να απλώσεις τα πόδια σου να ξεπρηστούν λιγάκι.. να νιώθεις σα φυλακισμένος βλέποντας τον υπόλοιπο κόσμο να έρχεται και να φεύγει μετά από λίγες ώρες.. κι εσύ εκεί… σαν να είσαι τιμωρία!!! Να μη ξέρεις τι ώρα θα φύγεις αύριο να πας λίγο σπίτι σου, μπας και ξεκουραστείς λιγάκι… (αστείο πράμα) μιας και σε περιμένουν άπειρες δουλειές εκεί και υποχρεώσεις και μετά να ξαναγυρίσεις πάλι πίσω εδώ… μέσα σε τέσσερις τοίχους παρέα με τους αρρώστους και τον πόνο. Μετά πάλι σκέφτεσαι πως είναι άδικο να κάνεις τέτοιες σκέψεις την στιγμή που εσύ έχεις την υγειά σου ενώ δίπλα σου υποφέρουν τόσοι άνθρωποι εκεί μέσα και δε ξέρουν πότε και αν θα ξαναβγούν από εκεί μέσα υγιείς… και σε πλακώνουν οι τύψεις…
                               Δίπλα στο κρεβάτι της μητέρας μου φέρανε μια νέα κοπέλα ξημερώματα που εφημέρευε το νοσοκομείο. Από τη πρώτη στιγμή δε σταμάτησε να φωνάζει και να μιλάει και να βογγάει και να δημιουργεί μια αναστάτωση όχι μόνο στο θάλαμο μας αλλά και σε όλο τον διάδρομο της παθολογικής κλινικής στον όροφο. Δε μπορούσα , δεν ήξερα το λόγο, αλλά η αλήθεια είναι πως μας εκνεύρισε όλους με τις φωνές της και ήταν που ήταν τα νεύρα μας τσίτα, μας τα έκανε παρτάλια…. Από τη πρώτη στιγμή άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί ενώ υποφέρει τόσο και δε μπορεί, γιατί δεν έμενε κάποιος δικός της άνθρωπος δίπλα της να την βοηθάει σε ότι ζητούσε. Την ίδια απορία με μένα άρχισαν να έχουν και όλοι οι άλλοι. Νοσοκόμες, συγγενείς άλλων ασθενών, ιατροί, ασθενείς… Κάπου κάπου έκαναν γκεστ εμφάνιση οι δικοί της. Καθόντουσαν λίγη ώρα, δεν ασχολιόντουσαν καν μαζί της στα βασικά πέρα από το να της δώσουν νερό ή να της κάνουν λίγη παρέα ή λίγο αέρα με τη βεντάλια κι αυτό ήταν… Εκεί που πραγματικά είχε ανάγκη από κάποιον και η αλήθεια είναι πως είχε τεράστια ανάγκη κάθε λεπτό πόσο μάλλον από κάποιον δικό της άνθρωπο, δυστυχώς δεν είχε κανέναν να τη βοηθήσει!!! Η κοπέλα υπέφερε από ΚΑΡΚΙΝΟ στο τελευταίο στάδιο. Με κομμένους και τους δύο μαστούς και τον Καρκίνο να έχει εισχωρήσει βαθιά στα οστά της, είχε παραλύσει δε μπορούσε να κουνηθεί καν, μονίμως ξάπλα και μην έχοντας ποιος να την αλλάξει λίγο πλευρό, είχε ανοίξει από πίσω παντού με κατάκλιση και είχε γεμίσει πληγές μέχρι τις φτέρνες…

                             Παρακαλούσε , ικέτευε για βοήθεια, κάποιος να την ανασηκώσει λίγο, κάποιος να της δώσει τα φάρμακα της, να την βοηθήσει να φάει λίγο και το χειρότερο… να της αλλάξουν την πάνα που φόραγε… (από μόνη της παρακάλεσε τους γιατρούς να της βάλουν καθετήρα γιατί κανείς δεν την άλλαζε πάνα. Οι γιατροί της εξήγησαν πως θα είναι χειρότερο αυτό γι’ αυτήν και πως θα υποφέρει και από ουρολοιμώξεις, αλλά αυτή το ζητούσε σαν μόνη λύση. Οπότε για 12 μέρες είχε καθετήρα…) πατούσε ξαναπατούσε το κουδουνάκι να έρθει κάποια νοσηλεύτρια κι όταν ερχόταν και τους ζητούσε να την βοηθήσουν, δυσφορούσαν και έλεγαν ..’’ έχουμε δουλειά, δεν έχουμε μόνο εσένα, να φέρεις άτομο να σε κοιτάει.. που είναι οι δικοί σου… δε μπορώ να σε σηκώνω.. έχω τη μέση μου, θα μου βγάλεις το χέρι, δε μπορώ να σε τραβάω.. θα μου βγάλεις τον ώμο’’ κλπ κλπ… Η κοπέλα τότε από τη μια αγαναχτούσε και εκνευριζόταν μαζί τους, από την άλλη παραμιλούσε λέγοντας ‘’ συγχώρεσε με Θεέ μου που ταλαιπωρώ τόσο κόσμο.. ας πεθάνω να πάψω να τους ταλαιπωρώ όλους.. ας τελειώσουν τα μαρτύρια μου..’’ και έκλαιγε μορφάζοντας από τον πόνο. Πως μπορείς να μένεις αδιάφορος σε όλο αυτό? Πόσο ψυχρός η απάνθρωπος μπορεί να παραμένεις? Έζησα 12 μερόνυχτα δίπλα της και ένιωσα σα να την γνωρίζω χρόνια… ένιωσα τόσο βαθειά το πόνο της, την ψυχή της, τα θέλω της, τον καημό της και τόσα άλλα… την βοηθούσα όποτε το ζητούσε μιας και έβλεπα την αδιαφορία και την αγανάχτηση αποτυπωμένη ακόμη και στο βλέμμα των δικών της!!! Μιλήσαμε πολλές φορές.. μου είπε πολλά. Μπήκε σε αυτό το νοσοκομείο με δύσπνοια εκείνο το βράδυ και σπασμούς μιας και είχε σφίξεις άνω των 190… οι δικοί της μάλλον την είχαν ξεγραμμένη και απλά περίμεναν το πότε θα ‘’φύγει’’ να ησυχάσουν από αυτήν. Ο άντρας της ήρθε δυο – τρεις φορές για λίγο και πιο πολύ εξαφανιζόταν να μιλάει στο κινητό του παρά καθόταν δίπλα της. Μια φορά που του ζήτησα να με βοηθήσει να την σηκώσουμε πιο πάνω στο κρεβάτι μιας και το καημένο είχε στραβώσει , μου είπε αδιάφορα..’’ α.. δε μπορώ , έχω τη μέση μου…’’  ένα περίεργο πράμα βρε παιδί μου… σε εκείνο το νοσοκομείο!!!! Οι 9 στους 10 είχαν όλοι τη μέση τους εκεί μέσα!!!!!! Ούτε ορθοπεδική να ήταν εκεί πέρα!!!
                           Αργότερα έμαθα πως ο ‘’κύριος σύζυγος’’ ήταν ένα καθικάκι  που της είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη όταν ήταν καλά και όταν αρρώστησε δεν της έδινε καμία σημασία πλέον  κι έκανε τη ζωή του… το μοναδικό παιδί της ήρθε 3 φορές όλες κι όλες και δεν την άγγιξε καν.. ούτε τη φίλησε, ούτε έδειξε να έχει συναίσθηση του τι περνάει η μάνα του και πόσο υποφέρει, πόσο πολύ λαχταρούσε να το δει και μετρούσε τις ώρες ώσπου να έρθει να το δει.. και το ίδιο το παιδί της αν και ήταν κοντά στα 20, το βράδυ που η μάνα του κόντεψε να πεθάνει, προτίμησε την άλλη μέρα αντί να έρθει να την δει όταν έμαθε για τη κρίση που είχε, να πάει για κολύμπι!!!! Δεν πέρασε καν από το μυαλό του πως ίσως να είναι μετρημένες οι ώρες που έχει κοντά του την μητέρα του και πως ίσως μια μέρα θα το πλακώνουν οι τύψεις πως δε πέρασε χρόνο μαζί της και δε χάρηκαν τη σχέση τους και μόνο τότε θα νιώσει την απουσία της και πόσο πολύ θα του λείπει?????


                         Νύχτα.. μετά τις 12. Η κοπέλα να υποφέρει με όλα αυτά που έλιωναν το κορμί της όλη μέρα. Το βράδυ όμως η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο!!! Είχε αναγκαστεί να βάλει αποκλειστική να την προσέχει μόνο τα βράδια. Δε σύμφερε για όλη μέρα.. άρχισε να φωνάζει πως σκίζεται η μέση της, πως πεθαίνει, τη μια να παρακαλάει να την σηκώσουν πιο πάνω, την άλλη να ζητάει κατεβάστε με πιο κάτω, ο ιδρώτας να τρέχει ποτάμι στο πρόσωπο και στο κορμί της.. να έχει ταχυκαρδία, ταχύπνοια, υπέρταση, εφίδρωση, ξηροστομία, διαστολή της κόρης του οφθαλμού και ωχρότητα. Να φωνάζει ‘’ανοίξτε τα παράθυρα!! Δε μπορώ να αναπνεύσω!!!’’ Εμείς να τουρτουρίζουμε από το κρύο, εγώ να έχω αρπάξει τη κουβέρτα από το κρεβάτι της μάνας μου και να την έχω ρίξει πάνω μου, να της εξηγούμε πως το παράθυρο είναι τέρμα ανοιχτό και πως έχει ψύχρα και υγρασία κι αυτή να λούζεται στον ιδρώτα!!!) ,να την ανεβοκατεβάζουμε κάθε 5 λεπτά θέση στο κρεβάτι, να της κάνουμε αέρα, να της έχουν ρίξει παυσίπονες APOTEL  ενδοφλέβιες, να είμαστε από πάνω της και η αποκλειστική της και η αποκλειστική της διπλανής γριούλας στο τρίτο κρεβάτι η οποία βοηθούσε την φίλη της και εγώ και να μην μπορούμε να την ηρεμήσουμε με τίποτα… είχε βγει εκτός εαυτού και δε σταμάτησε να μιλάει - φωνάζει όσο κι αν της λέγαμε σταμάτα θα πάθει η καρδιά σου ανάσα δε παίρνεις.. θα πάθεις κάτι… αυτηνής της έφταιγαν όλα κι έβριζε τη τύχη της πως κατάντησε έτσι και ποια κατάρα την κυνηγά…
                            Προσπάθησα να της μιλήσω, είχε αρχίσει το παραλήρημα κι έλεγε διάφορα, τη χάιδεψα, της μίλησα απαλά, τρυφερά, και με τον τρόπο κι όσα της είπα φάνηκε να ηρεμεί κάπως… μέχρι που ξανάρχισε τα ίδια ως το ξημέρωμα που της βάλανε οξυγόνο ίσως με κάποιο ηρεμιστικό μέσα και ηρέμησε κάπως… αλλά καμιά από τις άλλες δυο ασθενείς, ούτε η μάνα μου ,ούτε η γριούλα κατάφεραν να ηρεμήσουν και να κλείσουν μάτι όλη νύχτα, τους έριξε και τη ψυχολογία τόσο πολύ ώστε ήταν χάλια όλη την επόμενη μέρα… Ρώτησα γιατί δεν της έκαναν μια ένεση μορφίνης, κάτι τέλος πάντων να ηρεμήσει και να μην υποφέρει τόσο πολύ. Το APOTEL που της ρίξανε ήταν γελοίο για την κατάσταση της… Ούτε εμάς δε πιάνει άμα πονάμε, όχι αυτήν… Μου είπαν πως της κολλούσανε στο μπράτσο αυτοκόλλητα μορφίνης και πως μάλλον ούτε αυτά πλέον την πιάνανε…


                           Το επόμενο βράδυ μίλαγε στο τηλέφωνο με το παιδί της. Παρότι από εχθές υπέφερε για όλο το 24ωρο, στο τηλέφωνο μίλαγε ήρεμα και έλεγε στο παιδί της να μην ανησυχεί, είναι καλά, το ρωτούσε αν έφαγε, αν έχει καθαρά ρούχα να φορέσει, του έλεγε θυμάσαι όταν ήσουν μικράκι και παίζαμε με τα κουβαδάκια στη θάλασσα…  του έλεγε κάνε υπομονή και η μανούλα θα γίνει καλά και θα ξαναέρθω σπίτι  και θα ξαναπερπατήσω και  θα βγαίνουμε έξω παρεούλα για ψώνια και θα σε φροντίζω εγώ πλέον και τίποτα δε θα σου λείπει στο υπόσχομαι αυτό ψυχή μου!!! Η άλλη αποκλειστική της γριούλας έκανε πως διάβαζε ένα περιοδικό, εγώ έκανα πως έπαιζα φάρμα στο κινητό μου και πως δεν την προσέχαμε τι λέει… Ανταλλάξαμε ένα βλέμμα με την αποκλειστική που έλεγε πολλά και είδα πως είχε βουρκώσει κι αυτή όπως κι εγώ… βγήκαμε έξω στο διάδρομο και νιώθαμε να πνιγόμαστε… ‘’τι είναι η μάνα ε? όσο κι αν υποφέρει δε το δείχνει στο παιδί της κι αντί να της δίνει κουράγιο εκείνο, του δίνει αυτή!!!’’ μου λέει….  Μας συγκίνησε, μας έκανε κομμάτια, λιώμα.. μας αποστόμωσε κυριολεκτικά… όταν ξαναμπήκαμε μέσα στο δωμάτιο την βρήκαμε να κλαίει βουβά και να μας λέει… ‘’γιατί σε μένα Θεέ μου… τι κακό έχω κάνει… γιατί να μη μπορώ να είμαι δίπλα στο παιδάκι μου να το φροντίζω που δε του έλειπε τίποτα, το είχα στα πούπουλα… Δε με νοιάζει για μένα ας πεθάνω σήμερα κι όλας να γλυτώσω το μαρτύριο. Με νοιάζει τι θα απογίνει αυτό το παιδί, ποιος θα το μεγαλώσει ποιος θα του σταθεί που είναι ολομόναχο? Δε πειράζει που δεν έρχεται να με βλέπει… δε κρατάω κακία. Ας είναι καλά μόνο. Καλύτερα που δε με βλέπει πως υποφέρω, να μη πονάει…’’
                              Την είχε πιάσει το παράπονο… έκλαιγε όλη νύχτα.. Θυμόταν στιγμές από τη ζωή της. Μας έλεγε πόσο φρόντιζε το σπίτι της να αστράφτει, τον εαυτό της πάντα περιποιημένο, βοηθούσε τους πάντες και τώρα αυτήν κανείς… την είχαν ξεχάσει όλοι… Να σου φέρω φωτογραφίες μου να δεις πριν την αρρώστια πόσο όμορφη ήμουν … μια κούκλα … μου έλεγε και τρέχαν τα μάτια της ποτάμι… να μπορούσα Θεέ μου μόνο να στέκομαι στα πόδια μου, να αυτοεξυπηρετούμαι να μην υποχρεώνω κανέναν και να παρακαλάω έστω και να μου δώσουν νερό… Δεν κρατάω κακία σε κανέναν.. Τι να κάνουν κι αυτοί? Έχουν τις υποχρεώσεις τους με μένα θα ασχολιούνται όλη την ώρα? Να τους έχει η Παναγία καλά όλους.. αυτό μόνο θέλω… κι αν φωνάζω και λέω λόγια που δε πρέπει.. συγχωράτε με… οι αφόρητοι πόνοι με κάνουν και τα λέω.. δε νιώθω εκείνη την ώρα τι λέω… μη με παρεξηγείτε …  μας έλεγε.

                            Πρέπει να γίνεται πιστευτός ο καρκινοπαθής όταν δηλώνει ότι υποφέρει φρικτά από τον πόνο, παρόλο που μπορεί να λαμβάνει υπερβολική δόση αναλγητικών φαρμάκων. Μπορεί να αγαναχτούμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι ζώντας τους ή ακούγοντας τους μα κανείς πιστέψτε με δε μπορεί να νοιώσει το μαρτύριο του φριχτού πόνου τους. Ίσως μόνο αν ζεις κάθε ώρα μαζί τους και τους βλέπεις – ακούς – νιώθεις, αλλά και πάλι πολύ το αμφιβάλλω!!!! Είχα ακούσει πόσο πολύ υποφέρουν. Μα και πάλι δεν μπορείς να έχεις επίγνωση. Μόνο αν ζήσεις δίπλα σε έναν τέτοιον άνθρωπο μόνο τότε μπορείς να τον νιώσεις και να πιστέψεις τι φριχτή κατάρα είναι ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ.
                               Το επόμενο πρωί άρχισε να λούζεται πάλι στον ιδρώτα… να έχει δυσφορία και να μη νιώθει καλά. ‘’Δώσε μου το χέρι σου … ‘’ μου λέει και το ακουμπάει πάνω στη καρδιά της. Τρομάζω!!! Νομίζω πως θα πεταχτεί έξω η καρδιά της , σαν αφηνιασμένο άλογο έκανε!!!  Φώναζε , ξαναφώναζε τις νοσηλεύτριες, αλλά στου κουφού τη πόρτα όσο θέλεις βρόντα!!! Αναγκάστηκα να τρέξω να φέρω με το ζόρι κάποια . Αφού της πήρε τη πίεση και μάλλον είδε πως κάτι δε πάει καλά, φώναξε την εφημερεύον ιατρό να φέρουν το μόνιτορ να της μετρήσουν τους παλμούς καρδιάς. Ανέβασε πάλι 190+ και τον αφήσανε καλωδιωμένο πάνω της προσθέτοντας της οξυγόνο μάσκα. Τα δε ματάκια της από την αρχή γύρω γύρω είχαν ένα χρώμα σκούρο καφέ όπως βάφονται οι κλόουν με  τεράστιους κύκλους άσπρη μπογιά. Τα χεράκια της χιλιοτρυπημένα παντού από βελόνες και πεταλούδες .. μιας και με τίποτα δε μπορούσαν να βρουν υγιή φλέβα και την τρυπούσαν καθημερινά πότε εδώ πότε εκεί… της χάιδεψα το χέρι.. της μίλησα τρυφερά να χαλαρώσει και βγήκα έξω στο διάδρομο να ξεζαλιστώ λίγο. Εφημέρευε το νοσοκομείο και γινόταν ένας χαμός… έξω από το δωμάτιο μας αφήσανε ένα φορείο - ράντσο με έναν παππού πάνω, σκελετωμένο, σκεβρωμένο το κορμάκι του, με ορό και οξυγόνο σωληνάκια στη μύτη. ‘’Τι έπαθε?’’ Ρωτάω τη γυναίκα του. ‘’Διπλό εγκεφαλικό…’’ μου απαντάει. Παρατηρώ πως το χεράκι του ήταν δεμένο πάνω στο κάγκελο του φορείου με μια γάζα σφιχτά. ‘’Γιατί τον δέσανε?’’ τη ρωτώ. ‘’Για να μη ξηλώσει τον ορό όπως κουνάει το χέρι του’’ Μου απαντά. ‘’Μα έτσι ? είναι φριχτό… μοιάζει όπως δένουν τους τρελούς… ‘’ της είπα βλέποντας το καημένο το γεροντάκι να παλεύει να τραβήξει να απελευθερώσει το χεράκι του και τα ματάκια του να κοιτάν μια το χεράκι του μια εμένα μια την γυναίκα του. Το βλέμμα του μαρτυρούσε πως ήθελε να μας φωνάξει… λύστε με!!! ‘’ Δε μιλάει? Καταλαβαίνει , έχει επαφή ή όχι?’’ τη ρωτάω.. ‘’ Όχι δε μιλάει, δε καταλαβαίνει, μόνο σε κοιτάει’’ μου απαντά…  Του χάιδεψα το κεφαλάκι. Έμοιαζε σα μωρό παιδί , ανήμπορο. Έτρεμε το σαγονάκι του σα να προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι… με κοίταξε στα μάτια και γέμισαν δάκρυα τα δικά του… Σπάραξε η ψυχή μου.. Δε μπορούσε να βρεθεί δωμάτιο με άδειο κρεβάτι να τον βάλουνε μέσα να ησυχάσει.. Τελικά? ‘Εμεινε ένα ολόκληρο 24ωρο πάνω εκεί στο θεόστενο φορείο έξω στο διάδρομο στην αναμονή για κρεβάτι, ενώ είχαν βολευτεί άλλα περιστατικά πιο ελαφρά. Η αγανάχτηση στο μεγαλείο της!!!!! Όταν τον βάλανε δυο δωμάτια παραπέρα, πήγα να τον δω… εξακολουθούσε να παραμένει δεμένος στο κάγκελο σα σκυλί. Σκέφτηκα τι ψυχολογία να έχει αυτός ο άνθρωπος τώρα όταν νιώθει πως τον έχουν δεμένο έτσι… ήταν που ήταν με βαρύ εγκεφαλικό, δε μπορούσε να κουνηθεί, είχε πιαστεί το σκελετωμένο κορμάκι του, είχαν στραβώσει όλα τα κοκαλάκια του, έπρεπε  να υποστεί και αυτό. Η γυναίκα του με παρακάλεσε αν μπορώ να έχω το νου μου να του ρίχνω καμιά ματιά τη νύχτα μιας και εγώ μένω τα βράδια εδώ. Ήθελε να πάει να ξεκουραστεί λέει. Αυτή ήταν μια χαρά και εμφανισιακά και κοτσονάτη. Της έδωσα το λόγο μου και πέρναγα αρκετές φορές να του ρίχνω ματιές αν είναι καλά κλπ. Κάποια στιγμή αργά τη νύχτα τον πέτυχα ξύπνιο να παλεύει να τραβήξει το σεντόνι πάνω του με τοελεύθερο χεράκι του γιατί ήταν θεόγυμνος από κάτω και είχε ξεσκεπαστεί και είχαν βγει τα απόκρυφα του έξω και το ένιωσε ο καημένος και ντράπηκε φαίνεται. Αλλά όσο κι αν πάλευε δε τα κατάφερνε… Τον πλησίασα, τον σκέπασα και του χάιδεψα το κεφαλάκι μιλώντας του και ρωτώντας τον αν με θυμάται, μη τρομάξει ο άνθρωπος βλέποντας μια άγνωστη μες τη νύχτα να τον αγγίζει. Με κοίταξε, μου χαμογέλασε λιγάκι , κούνησε το κεφαλάκι του και μου έδωσε να καταλάβω πως ναι με θυμάται!!!! Του χάιδεψα το δεμένο χέρι και τον ρώτησα αν πονάει… μου έκανε νόημα με τα ματάκια του πως ναι, πολύ… και με το άλλο χέρι του μου χάιδεψε τρεμάμενα το χέρι…  γέμισαν δάκρυα τα μάτια μου…. Δεν άντεξα… βγήκα έξω και ένιωσα χάλια. Φανταζόμουν στη θέση του ένα δικό μου άτομο , ίσως αν ήταν ο πατέρας μου έτσι, πως θα ένιωθα… Τελικά και αυτόν τον άνθρωπο τον αφήσανε οι δικοί του στο έλεος του Θεού!!! Πήγαινα και ξαναπήγαινα να τον βλέπω μέρα νύχτα και 7 στις 10 τον έβλεπα όλο μόνο του. Η γυναίκα του ερχόταν για κανα δίωρο και εξαφανιζόταν… μου έλεγε να έχω τον νου μου αν μπορώ κι αυτό ήταν!!! Της λέω το τρίτο βράδυ… ‘’ Μα γιατί δε μένει κάποιος μαζί του έστω τα βράδια?’’  ‘’για ποιο λόγο? Αφού δε κουνιέται, έχει καθετήρα, δε χρειάζεται.. ‘’ μου λέει..  ‘’ Ναι αλλά αν χρειαστεί κάτι? Πώς να ειδοποιήσει ο καημένος που δε μπορεί και δε μιλάει?’’ της απαντώ. ‘’Α, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΚΙ ΕΓΩ ΓΙ ΑΥΤΟΝ… ΕΧΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΩ’’ μου απάντησε!!!! Τα παιδιά της παντρεμένα εν τω μεταξύ κι όχι ανήλικα!!!! ‘Εφριξα…. για ακόμη μια φορά………

                             Η καημένη η κοπέλα δίπλα μας είχε και ένα τεράστιο πρόβλημα επιπλέον… Για 12 μέρες δε μπορούσε να ενεργηθεί με τίποτε… Το τι υπόθετα, κλύσματα, λάδια, σωλήνες αερίων της βάζανε, αυτή τίποτε!!! Η κοιλιά της είχε πρηστεί και σκληρύνει επικίνδυνα!! Έμοιαζε σαν ετοιμόγεννη… Έκλαιγε και ούρλιαζε από το πόνο και τη δυσφορία που δε μπορούσε να ξαλαφρώσει. Παρακαλούσε με δάκρυα στα μάτια τη Παναγία να την λυπηθεί και να τη βοηθήσει… κόντευε να σκάσει έλεγε… ‘’ θα πάω από αυτό και όχι από τον ΚΑΡΚΙΝΟ και θα φύγω και δίχως να έχω μεταλάβει…’’ παραληρούσε κάθε μέρα… εκλιπαρώντας για βοήθεια… μα δυστυχώς δε μπορούσε τίποτα να την βοηθήσει… (παρενέργεια  κι αυτή της αρρώστιας…) Είχα δυο μέρες και νύχτες τη μάνα μου με το μόνιτορ… να υποφέρει με τη σειρά της από ξαφνικό κολπικό πτερυγισμό με παλμούς 190+ και εμένα να ζω ένα δράμα από την αγωνία μου μη μείνει από ανακοπή όπως κινδύνεψε, από ότι μου είπαν οι γιατροί, είχα και τα ουρλιαχτά της κοπέλας με τους πόνους της να μου σκίζουν τη καρδιά και να μη ξέρω πώς να τη βοηθήσω… η ψυχολογία μου κατρακύλησε στα πατώματα.. ένιωθα το ταβάνι να με πλακώνει και να μη μπορώ να αναπνεύσω.. παραδίπλα η γριούλα να φτύνει αίμα όλη μέρα από γαστρορραγία που έπαθε από το πρωί και να κάνει εμετούς. Θανατίλα μου μύρισε όλο το δωμάτιο……… ήθελα να φύγω τρέχοντας έξω στον καθαρό αέρα. Ένιωθα πως από λεπτό σε λεπτό θα μου στρίψει…. 
                               Η μυρωδιά του νοσοκομείου, η φαρμακίλα, η μυρωδιά του αντισηπτικού που υπήρχε πάνω από τα κρεβάτια, του ποτισμένου κάτουρου στις πάνες, των αφοδεύσεων, του χιλιοποτισμένου ιδρώτα πάνω στα κρεβάτια, του εμετού, πότισαν κάθε πόρο του κορμιού μου… Νόμιζα πως βρώμαγα κι ας έκανα μπάνιο όποτε γυρνούσα σπίτι… ένιωθα τη μυρωδιά των αφοδεύσεων στο λαρύγγι μου. Ότι έτρωγα ή έπινα αυτή τη γεύση νόμιζα πως είχε… δε ξέρω γιατί… ακόμη και τώρα που βγήκαμε από το νοσοκομείο έχω αυτή την αίσθηση… μυρίζω τα ρούχα μου και νομίζω πως μυρίζουν έτσι… ο αέρας που εισπνέω νιώθω να  έχει αυτή τη βαριά μυρωδιά… 

                                Βίωσα το πόνο της μητέρας μου κάθε λεπτό, το μαρτύριο της γριούλας δίπλα με εμφυτευμένο απινιδωτή στη καρδιά και λοίμωξη μικρόβιο πάνω του, τους φριχτούς πόνους της κοπέλας με τον Καρκίνο και τα ουρλιαχτά που ακουγόντουσαν από παραδίπλα θαλάμους από ανθρώπους που πονούσαν μες τη νύχτα… Όποιος δεν έχει περάσει από αντίστοιχες καταστάσεις δε καταλαβαίνει  όσα λέω εδώ. Μόνο όσοι έχουν ζήσει κάτι αντίστοιχο μπορούν να νιώσουν τι λέω και τι  έζησα… Να ‘’ζεις’’ 12 μερόνυχτα δίπλα σε ένα άνθρωπο στο τελευταίο στάδιο του Καρκίνου, να βιώνεις κάθε λεπτό το πόνο του και τις αλλαγές πάνω στο κορμί του και στη διάθεση του, να έχεις τη δική σου στενοχώρια βλέποντας τον άνθρωπό σου να υποφέρει… να σκέφτεσαι πως θα καταφέρεις να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου και πως θα τα βγάλεις πέρα με το σπίτι σου και την οικογένειά σου που είχες παραμελήσει επί 12 μέρες, να λες θέλω ένα κρεβάτι να ξεραθώ και τίποτ’ άλλο.. να νιώθεις το κορμί σου πιασμένο παντού, να μη νιώθεις μέση, πλάτη, ώμους, γόνατα, να μη σε κρατάν τα πόδια σου ούτε να βαδίσεις, να σκέφτεσαι πως έχεις εξετάσεις στο σχολείο κι εσύ δεν έχεις ανοίξει βιβλίο… και το άγχος να χτυπάει κόκκινο μέσα σου… να τρέφεσαι τόσες μέρες και νύχτες με τυροπιτοειδή, πατατάκια, σάντουιτς της κακιάς ώρας και αμέτρητους καφέδες για να σε κρατούν όρθια, να έχεις κάνει ένα στομάχι τσαρούχι, ένα έντερο να υπολειτουργεί και να προσπαθείς να σταθείς στο ύψος σου. Πως μπορείς να τα καταφέρεις όλα αυτά ? Θα μου πεις εδώ κάποιοι αντέχουν μήνες και χρόνια σε αυτή την κατάσταση μέσα σε νοσοκομεία για τους δικούς τους εσύ δεν άντεξες 12 μέρες? Ναι θα έχουν απόλυτο δίκιο. Αλλά εγώ τρέχω πάντα και παντού σε ότι χρειαστούν η οικογένεια μου από γιατρούς και νοσοκομεία. Πριν ένα μήνα ακριβώς πέρασα τα ίδια αλλά για 4 μέρες μόνο. Φυσικά και θα κάνω ότι χρειαστεί κάποιος δικός μου. Κερί αναμμένο θα σταθώ από πάνω του στο πόνο του όπως και στάθηκα. Οι γονείς μου έχουν να το λένε. Αλλά σαν άνθρωπος έχω αδυναμίες. Ο οργανισμός κουράζεται, έρχονται στιγμές που καταρρέεις δεν αντέχεις. Σωματικά και ψυχικά. Το σωματικό παλεύεται κάπως… το ψυχικό όμως δε παλεύεται με τίποτα!!!! Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος ανήμπορος στο κρεβάτι του πόνου. Ποιος να τον φροντίσει, ποιος να είναι μέρα νύχτα από πάνω του. Αν έχει παιδιά και καλά παιδιά, είναι πάρα μα πάρα πολύ τυχερός!! Θα τον φροντίσουν. Αν πάλι ναι μεν έχει παιδιά αλλά για τον δικό τους λόγο ή επειδή δε θέλουν δεν τον φροντίζουν ,την έχει πατήσει.. είναι ότι χειρότερο μπορεί να σου τύχει. Γιατί καλά αν έχεις λεφτά και πληρώνεις αποκλειστικές και σε προσέχουν όπως η γριούλα δίπλα που είχε δύο, αλλά αν δεν τα έχεις τα ρημάδια είσαι αφημένος στη τύχη σου και στη καλή καρδιά κάποιου τυχαίου πιθανών (όπως εγώ). Την μητέρα μου την ζηλέψανε πολλοί εκεί μέσα. Της είπανε άπειρες φορές πόσο τυχερή είναι που έχει καλή οικογένεια και δεν την αφήνουν λεπτό μόνη της κι αυτή το ένιωθα καμάρωνε. Σκέφτηκα πως όταν γεράσω εγώ, ή άνθρωποι είμαστε ποτέ δε ξέρεις τι σου ξημερώνει, αν βρεθώ σε αυτή την θέση να έχω ανάγκη φροντίδας, ποιος θα γυρίσει να με κοιτάξει? Έχω γιους δεν έχω κόρη δυστυχώς να έχω μια ελπίδα. Αλλά και από όσο άκουγα εκεί μέσα… ‘’ μη περιμένεις από νύφη να σε κοιτάξει..  τυχεροί όσοι έχουν κόρες’’ άκουγα όλα αυτά και με έπιανε μαύρη απελπισία. Γιατί βλέπω τα σημερινά παιδιά πως είναι. Στην κοσμάρα τους και πολύ το αμφιβάλω αν θα άντεχαν να υποστούν κάτι τέτοιο. Τρανό παράδειγμα το παιδί της κοπέλας που υπόφερε!!! Καλά είμαστε όλοι νέοι, ωραίοι και δε μας νοιάζει τίποτα παρά μόνο το πώς θα περνάμε καλά, πως θα φαγωθούμε μεταξύ μας και πως θα έχουμε το καλύτερο από τον άλλον και θα είμαστε υπεράνω του. Αλλά ίσως πρέπει να σκεφτούμε πως το κακό μπορεί να σου χτυπήσει απρόσμενα τη πόρτα και από εκεί που είσαι στα χάι σου να βρεθείς στα τάρταρα δίχως να το καταλάβεις… κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάποια στιγμή θα έρθουν και τα γεράματα στη ζωή μας δε θα μείνουμε για πάντα νέοι και δυνατοί. Τότε τι κάνουμε? Αλλά κανείς δε θέλει να το σκεφτεί αυτό. Χτυπάμε ξύλο και λέμε …’’έλα μωρέ… ως τότε ποιος ζει ποιος πεθαίνει’’ και αλλάζουμε κουβέντα. Λες και το τότε απέχει έτη φωτός μακριά….
                            Αργά τη νύχτα βγαίνω στο διάδρομο να ξεμουδιάσω λίγο. Πάω πάνω κάτω.. βλέπω από την άκρη του ατέλειωτου διαδρόμου μια κοπελίτσα υπάλληλο του νοσοκομείου να σπρώχνει ένα φορείο. Αργά αργά…. Το κοιτώ. Μου κάνει εντύπωση. Μοιάζει κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Μα τέτοια ώρα που τον πάνε τον άνθρωπο? Αναρωτιέμαι…  το φορείο περνάει από μπροστά μου… ο ‘’ασθενής’’ επάνω είναι σκεπασμένος με το λευκό σεντόνι αλλά δε φαίνεται πρόσωπο… είναι κουκουλωμένο… επάνω του ένα κομμάτι χαρτί πρόχειρο, με ένα γυναικείο όνομα… ΕΛΕΝΗ….. τάδε. Παγώνω!!!!! Συνειδητοποιώ πως είναι μια νεκρή!!!! Την φέρανε από το θάλαμο τεχνητού νεφρού. Φάνηκαν δυο συγγενείς μάλλον… από πίσω ερχόταν κλαίγοντας μια κοπέλα υποβασταζόμενη και αμίλητη…  ‘’ πρόλαβε να την δει ή όχι? ‘’ Ρωτούσαν οι συγγενείς…

                            Κάθε ιστορία κι ένα δράμα…. Κάθε πόνος κι ένας μεγάλος καημός… Πόσα είδα κι άκουσα, πόσα έζησα… τι συμπεριφορές ανθρώπων κάθε τάξης και επιπέδου είδα… κάθε πρωί τα εξωτερικά ιατρεία κάτω να είναι γεμάτα κόσμο… ουρές ατέλειωτες… φαντάσου πως αυτό γίνεται σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας καθημερινά…. Λες και όλος ο πληθυσμός της χώρας πονάει και υποφέρει… τα δωμάτια γεμάτα ασθενείς.. τα ‘’ράντσα ‘’ γεμάτα έξω στους διαδρόμους όποτε εφημέρευε…     μα καλά… όλοι άρρωστοι είναι στον κόσμο? Σε τι αναλογία άραγε υπερτερούν των υγιή ανθρώπων? Και πόσοι από εμάς τους υγιής εκεί έξω είμαστε πράγματι καθ’ όλα υγιής?
                           Αυτό που είδα και έχω ξαναδεί και έχω ξαναπεί είναι πως τίποτε δεν αξίζει στη ζωή, ούτε τα μεγαλεία, ούτε τα πλούτη, ούτε η δόξα και η ομορφιά όση αξία έχει η ΥΓΕΙΑ στον άνθρωπο. Δίχως αυτήν είσαι ένα τίποτα!!! Όταν πονάς και υποφέρεις όλα τα καλά του κόσμου να σου χαρίσουν δε τα θες όσο θες και λαχταράς και ικετεύεις για την υγεία σου!!!!

                           ‘’Η ελευθερία και η υγεία μοιάζουν με το οξυγόνο. Αισθάνεσαι την αξία τους όταν λείπουν.’’
                             Εμείς τελικά την 12η μέρα πήραμε εξιτήριο ώστε να συνεχίσουμε την αγωγή στο σπίτι και θα ξαναπάμε πάλι σε 10 μέρες. Η γριούλα παρέμενε μέσα για ένα μήνα και κάτι παραπάνω και άγνωστο πότε θα βγεί… η κοπέλα με τον Καρκίνο τελευταίο βράδυ πήγε να πεθάνει από φριχτό πόνο που δεν μπορούσε να ενεργηθεί 12 μέρες και φοβήθηκε πως είχε στρίψει το έντερο της… είχε έντονη εφίδρωση, παλμούς αυξημένους, τα χαρακτηριστικά της είχαν αλλοιωθεί τρομερά από τον πόνο και κανείς δε μπορούσε να τη βοηθήσει με κανέναν τρόπο.. Το επόμενο πρωί έκλαιγε που θα φεύγαμε και έλεγε σε όλους πως μόνο αυτό το κορίτσι με βοήθησε τόσες μέρες… μόνο αυτή με καταλάβαινε τι περνάω.. μόνο αυτή με ένιωθε… (δείχνοντας εμένα..) τι θα κάνω τώρα που θα φύγεις κι εσύ? Ποιος θα με βοηθάει που κανείς δε μου δίνει σημασία?’’ έλεγε μέσα στο κλάμα της… μου σπάραξε την καρδιά… κατά το μεσημέρι έβγαινε η ψυχή της από το πόνο στο έντερο … που δε μπορούσε να ξαλαφρώσει.. Παρακαλούσε να τη λυπηθεί ο θεός και να τη πάρει γιατί δεν άντεχε άλλο το πόνο… Δίπλα της καθόταν μια συγγενής της η οποία την κοιτούσε ατάραχη, σαν να έβλεπε ταινία κι όχι τον άνθρωπο της να τρελαίνεται…  Τσατίζομαι με όσα είδα και που δε μπορούσε άνθρωπος να τη βοηθήσει και έβλεπα πως δε θα άντεχε η καρδιά της τόση πίεση και τόσο μαρτύριο… Πήρα τη κατάσταση στα χέρια μου. Αντέδρασα ενστικτωδώς και μιλώντας της ήρεμα να την καθησυχάσω έδωσα τη λύση μόνη μου. Η συγγενής της έμεινε με ορθάνοιχτο στόμα να με παρακολουθεί άναυδη!!!! Η κοπέλα μετά από λίγο με αναφιλητά να μου φιλάει τα χέρια και να κλαίει μη πιστεύοντας το καλό που της έκανα. Να μου δίνει χιλιάδες ευχές και ευλογίες και να μου λέει ‘’τι δώρο να σου κάνω πες μου!!! Πώς να στο ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες!! Μου έσωσες τη ζωή!!! Εσύ δεν είσαι άνθρωπος, είσαι άγγελος!!! ‘’ ένιωσα πολύ άβολα με την όλη κατάσταση αλλά δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να σωθεί ένας άνθρωπος και αυτό είχε μεγαλύτερη αξία για μένα από οτιδήποτε άλλο…  εκείνη τη στιγμή ένιωσα σα να είχα αγγίξει το Παράδεισο!!! Ένιωσα πραγματικά ευλογημένη όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό… ένιωσα να κρατάω τη ζωή της στα χέρια μου και να της τη δίνω πίσω… δε μπορώ να βρω τα κατάλληλα λόγια να περιγράψω τι ένιωσα κι εγώ κι αυτή… μόνο εμείς οι δυο το νιώσαμε και το μοιραστήκαμε και μάρτυρας ήταν η συγγενής της η οποία είχε μείνει να με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια. Ακόμη και τώρα που αναλογίζομαι τι έκανα , βουρκώνω. Την επόμενη μέρα θα την κατεβάζανε για εξέταση μυελού των οστών…. Δε φοβήθηκα ούτε για μια στιγμή, ούτε για ένα λεπτό τόσες μέρες αν θα κολλήσω κάτι από αυτήν όπως τρέμανε όλοι οι άλλοι. Είχα στο μυαλό μου την ιστορία που μας είχε διηγηθεί η θεολόγος μας στο σχολείο μου φέτος η οποία είναι ένας καταπληκτικός και πολύ πιστός άνθρωπος. 
                            ‘’ οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με τον Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή. Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού. - Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ' έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου. Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση. Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θά ʼρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το "θαύμα της Σπιναλόγκα" συνέβαινε ξανά και ξανά.’’

                                Την 12η μέρα φύγαμε από εκεί. Το μυαλό μου όμως είναι εκεί σε αυτήν. Δε μπορώ να τη ξεχάσω. Την έζησα κάθε λεπτό σε κάθε φάση. Εύχομαι να γίνει ένα θαύμα και να γίνει καλά. Έστω να σηκωθεί ξανά στα πόδια της. Πήρα τα τηλέφωνα της να την πάρω να μάθω μια από αυτές τις μέρες πως είναι. Εύχομαι τα καλύτερα γι αυτήν, για τον γεράκο με το διπλό εγκεφαλικό, την γριούλα από το διπλανό κρεβάτι κι όλους τους αρρώστους της γης!!! Ο πόνος και η αρρώστια είναι το χειρότερο πράμα στον άνθρωπο…. Μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες, γιατί όλο αυτό είναι ένα μεγάλο σχολείο, ένα πολύ δυνατό μάθημα για τον άνθρωπο, άλλαξαν πολλά μέσα μου. Αναθεώρησα πράγματα. Μέτρησα και ζύγισα τη ζωή αλλιώς. Θέλω να πιστεύω πως πήρα ένα πολύ μεγάλο μάθημα ώστε να γίνω καλύτερος  άνθρωπος.  ΤΕΛΟΣ………

ΧΡΥΣΑ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗ
ΑΘΗΝΑ 4-6-2014