Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

«Ο Tόπος μου…… τι να σημαίνει, άραγε;



           
- Φέτος, σκέφτηκα να κάνουμε κάτι διαφορετικό… μού είπε η καθηγήτρια και φιλόλογός μας στο σχολείο. Τι λες κι εσύ, Χρύσα, θα δεχθούν άραγε τα παιδιά να γράψουν για την πατρίδα τους δυο λόγια; Θα καταφέρουμε να τους κάνουμε να ανοιχθούν και να βγάλουν σκέψεις, εικόνες και αναμνήσεις από τον τόπο τους σε αυτή τη νέα μας προσπάθεια;
Γιατί όχι, σκέφτηκα!!! Είναι πολύ καλή ιδέα. Μα, πάνε τώρα τόσες μέρες, βδομάδες θα έλεγα καλύτερα, που μου το είπε κι εγώ ακόμη να βρω χρόνο να κάτσω να γράψω το δικό μου κείμενο…  Μπααα δεν είναι αυτό… είναι που εγώ για να γράψω κάτι, πρέπει να βάλω την ψυχή μου μέσα, πρέπει να έχω ζωντανές εικόνες και αναμνήσεις και άλλα πολλά συναισθήματα, τα οποία θα οδηγήσουν το χέρι μου και τότε αυτό θα αρχίσει να τρέχει από μόνο του γεμίζοντας γραμμές βγαλμένες από την ψυχή μου , δεν μπορώ απλά να γεμίσω σελίδες με κούφια γράμματα…. Όχι, όχι δε λειτουργώ έτσι εγώ… δε γίνεται… δεν ξέρω τι να γράψω… πρώτη φορά μου συμβαίνει να κοιτώ σα χάνος το άδειο χαρτί μπροστά μου…..
Ούφφφ, δεν μπορώ, θα βγω να πάω να περπατήσω. Δίπλα στη θάλασσα, εγώ και αυτή να κοιταζόμαστε όπως πάντα, όταν χάνομαι στις σκέψεις μου. Κάθομαι εκεί και την κοιτώ δίχως να μιλάμε… κι εκείνη εκεί. Πότε ασάλευτη, πότε φουρτουνιασμένη και σκοτεινή κάθεται και με ακούει πάντα και με τον τρόπο της ηρεμεί της ψυχής μου τα φουρτουνιασμένα κύματα…
Τι μελαγχολική σήμερα και σκοτεινή που είναι… Με κοιτάει σα να θέλει να μου πει, ‘’άκουσε κι εσύ μια φορά τις δικές μου ιστορίες, όχι μόνο εγώ!!! Ξέρεις πόσα έχω να σου πω αν μ’ ακούσεις; Είμαι πολύ θυμωμένη και νιώθω να βράζω από τα βάθη της γης….’’ Την κοιτώ και το βλέμμα μου χαϊδεύει την όψη της. Αλμυρές σταγόνες χτυπάνε το πρόσωπό μου. Τη νιώθω… έτσι είμαι κι εγώ όταν βράζει η ψυχή μου… Σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα, έτοιμη να σηκώσει πελώρια κύματα και να καταπιεί όποιον την πόνεσε…
- Εδώ είμαι… σε ακούω.. μίλησέ μου!!!! Της φωνάζω και τα λόγια μου τα παίρνει ο αέρας και τα σπάει σα γυαλί πάνω στους αφρούς της.
- Ξέρεις τι είναι να κουβαλάς συνέχεια πάνω σου τον πόνο και τη λύπη; Να σέρνεις με μια βάρκα την απόγνωση, το βουβό κλάμα, τον φόβο και την ελπίδα χέρι χέρι; μου είπε θυμωμένα.
- Δε σε καταλαβαίνω τι θες να πεις, της αποκρίθηκα.
- Πού να καταλάβεις εσύ… εσύ δεν έχεις ακούσει τις φωνές χιλιάδων ανθρώπων πάνω στην αγκαλιά σου. Δεν έχεις δει μάτια κλαμένα να σφίγγουν βρεγμένους μπόγους με τα λιγοστά υπάρχοντά τους και μανάδες να κρύβουν στον κόρφο τους τα μωρά τους. Να βουτάν σε ένα σαπιοκάραβο κυνηγημένοι από το μαχαίρι, τη φωτιά, τον κατακτητή. Τα μάτια τους να μένουν καρφωμένα πίσω εκεί στα ιερά Χώματά τους.. στη δική τους πατρίδα. Αυτήν που κάποιος τους άρπαξε με τη βία. Να βλέπουν τα σπίτια που μεγάλωσαν και έζησαν να φλέγονται… και δικούς τους ανθρώπους να μένουν πίσω και να αποχωρίζονται για πάντα… Φωνές… κλάμα… προσευχές… πείνα… δίψα… τρόμος και ατέλειωτες κουβέντες στοιβαγμένα όλα μαζί με κορμιά το ένα πάνω στο άλλο με μόνο διαβατήριο  την ελπίδα και το όνειρο για ένα νέο, δικό τους, καλύτερο τόπο, μακριά από το μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Τους ακούω κάθε μέρα, κάθε λεπτό να κλαίνε για τη χαμένη τους πατρίδα, για τους νεκρούς που αφήσανε πίσω τους , για μια μάνα και για κάποιο πατέρα, γέρο και ανήμπορο, τους οποίους δε θα ξαναδούν ποτέ!!! Κλαίνε, κλαίνε διαρκώς για τα χαμένα όνειρά τους που κάηκαν μαζί με τα σπίτια τους εκεί πίσω…
Τις πιο πολλές φορές αυτά τα σαπιοκάραβα της ελπίδας που τους φορτώνουν δεν αντέχουν… τσακίζουν από το βάρος και τότε η αγκαλιά μου γεμίζει με χιλιάδες κορμιά που βουλιάζουν μαζί με τα όνειρά τους και τις προσευχές τους… και ύστερα εγώ δεν μπορώ ν’ αντέξω αυτό το φορτίο… Κλαίω μαζί τους και λυσσομανώ. Οδύρομαι για όλο αυτόν τον πόνο. Την αδικία και τον χαμό τους… τα σπλάχνα μου δεν μπορούν να αντέξουν κι άλλα κι άλλα κι άλλα κορμιά και τα ξεβράζω έξω. Εκεί… που θα έπρεπε να βρουν την ελπίδα. Την πατρίδα που αναζητούσαν… και τότε όλοι κατηγορούν εμένα… πως εγώ λέει τους έπνιξα και έφτυσα σε μια ακτή τα κορμιά τους!!!! Μα, αν είχα χέρια, να τους κράταγα να μην αφήσω κανένα παιδί να γλιστρήσει από της μάνας του την αγκαλιά…. Αν… αν, λέει, αντί για νερό είχα στεριά… ατέλειωτη στεριά με ένα λαμπερό ήλιο από πάνω να με ζεσταίνει… θα τους τη χάριζα απλόχερα να γίνει η πατρίδα τους. Να φτιάξουνε τα σπίτια, τα χωριά τους ξανά απ’ την αρχή. Να δω αυτά τα παιδικά πρόσωπα να τρέχουν χαρούμενα και να παίζουν κι όχι να κείτονται τώρα πνιγμένα και ολομόναχα, γιατί αυτά δε φταίξανε σε τίποτα, ώστε από τη μια στιγμή στην άλλη να περάσουν από την αγκαλιά της μητέρας τους στην δική μου παγωμένη αγκαλιά…. Αχχχ, ας είχα χέρια να τα κρατήσω!!!!!!
Την άκουγα με προσοχή καθώς μου μιλούσε και θυμωμένα ξεσπούσε τη μανία της επάνω στα βράχια… πόσο δίκιο είχε…. πόσα είχε δει τόσες χιλιάδες χρόνια.. πόσες ιστορίες είχε να διηγηθεί…. Θυμήθηκα προχθές που εντελώς τυχαία γνώρισα τον ‘’Ηλία’’, έναν Αλβανό γύρω στα 60 και ο οποίος πουλούσε σεντόνια και είδη προικός. Ήταν με ένα χέρι μόνο, το άλλο το είχε χάσει εκεί πίσω. Μου έκανε εντύπωση η σπιρτάδα του. Πιάσαμε την κουβέντα και τον ρώτησα πόσα χρόνια έχει εδώ στην Ελλάδα και γιατί έφυγε από την πατρίδα του. Μου είπε εν τάχει την ιστορία του, πως ζούσαν σε πολύ σκληρό καθεστώς εκεί στο χωριό του. - Δεν υπήρχε τίποτα. Δυο μαγαζιά όλα κι όλα να βγούμε έξω εμείς οι άντρες. Καφενείο που το λέτε εσείς εδώ. Βγαίναμε και στη μια πλευρά καθόμασταν εμείς οι απλοί οι καθημερινοί άνθρωποι. Στην άλλη πλευρά, την καλύτερη, καθόντουσαν οι άλλοι… οι άνθρωποι του κόμματος.. οι δικοί τους που λένε… δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε, να πούμε κάτι.. αμέσως σε μαζεύανε μέσα… ζούσαμε με φόβο… πεινούσαμε… δουλεύαμε σα σκυλιά και πληρωνόμασταν σα δούλοι. Εγώ ξέρεις, εδώ στην Ελλάδα χόρτασα ψωμάκι!!!! Εδώ φόρεσα καινούρια παπούτσια. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, ήρθα με ένα ζευγάρι παπούτσια μόνο κι αυτά σκισμένα!!! Θυμάμαι, περάσαμε τα σύνορα και όταν μπήκαμε Ελλάδα σε κάποια πόλη, δε θυμάμαι πως τη λέγανε, κάπου στα Γιάννενα ήταν, ξέρεις τι είδα για πρώτη φορά και μου έκανε τρομερή εντύπωση; Περάσαμε δίπλα από ένα μαγαζί που έψηνε στη σούβλα κοτόπουλα. Εγώ πεινούσα σα λύκος. Είδα τόσα κοτόπουλα πρώτη φορά στη ζωή μου και είπα μέσα μου… ‘’ Ααα.. εδώ πρέπει να έχουν γάμο!!! Τόσο φαί ποιος θα το φάει;’’ Πού να ήξερα πως αυτό γίνεται κάθε μέρα εδώ… εμείς εκεί τρώγαμε κοτόπουλο μια στο τόσο… και από ένα κοτόπουλο έτρωγαν 7- 8 άνθρωποι!!! Εγώ εδώ γέμισα την κοιλιά μου. Εδώ άνοιξαν τα μάτια μου και έμαθα τι θα πει άνθρωπος. Εκεί ήμασταν σα ζώα.
-Σου λείπει η πατρίδα σου; Θα ήθελες να ξαναγυρίσεις
πίσω; τον ρώτησα.
- ‘Όχι, δε μου λείπει!!! Δεν έζησα καλά εκεί. Εδώ έγινα άνθρωπος… εδώ έφαγα ένα κομμάτι ψωμί!!! Εδώ φόρεσα καινούρια παπούτσια!!! Μου ξαναείπε με ορμή!!! Εδώ είναι πλέον η πατρίδα μου!!! Αυτήν έχω πλέον στην καρδιά μου. Για μένα πατρίδα είναι η ΕΛΛΑΔΑ!!!
Όπως καθόμουν εκεί, με μόνη παρέα τη θάλασσα, ξάφνου διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών μου μια αντρική φωνή. Δύο ηλικιωμένοι περπατούσαν πιο κει κουβεντιάζοντας…
-Αριστείδη, ξέρεις τι είχε πει κάποτε ο πολύ σοφός διδάκτωρ και στοχαστής Κόνραντ Λόρεντς; ‘’Διαγράφοντας το παρελθόν, χάνουμε την ουσία του παρόντος, αφού ένας άνθρωπος χωρίς ρίζες δεν είναι τίποτα άλλο από έρμαιο των εκάστοτε εξωτερικών πιέσεων και καταστάσεων….’’
Τα λόγια εκείνου του ανθρώπου με έκαναν να μαγευτώ. Άρπαξα, αμέσως, το κινητό μου και γκούγκλαρα το όνομα αυτού του επιστήμονα ψάχνοντας μανιωδώς να βρω αυτή τη φράση!!!! Τι δυνατά λόγια…. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΧΩΡΙΣ ΡΙΖΕΣ… Μα έτσι δεν είναι; Πού είναι άραγε οι ρίζες μας; Εκεί που γεννιόμαστε; Ή εκεί που μεγαλώνουμε; Κι αν κάποιοι αλλάζουν διαρκώς πατρίδα κατ’ ανάγκην… τότε δε ριζώνουν ποτέ; Δε θα έχουν πουθενά τις ρίζες τους, ώστε να φυτρώσει και να μεγαλώσει το δέντρο τους… να βγάλει κλαριά και έπειτα κι άλλα κλαράκια που με τη σειρά τους θα δώσουν το σπόρο τους για μια άλλη μεταφύτευση κάπου αλλού;
Μπερδεμένες εικόνες χοροπηδούν στο κεφάλι μου. Αναμνήσεις σαν τρέιλερ ταινίας περνούν από τα μάτια μου μπροστά. Εγώ, μικρό κοριτσάκι να τρέχω ανέμελα πίσω από τους φίλους μου στο χωριό μου. Ήταν Χριστούγεννα. – Θα πάμε να πούμε τα κάλαντα; Ρωτάω τους φίλους μου!!! Ποια κάλαντα; Εμείς εδώ έχουμε άλλα έθιμα μού απαντούν!!! – Δηλαδή; Σαν τι; Ρωτάω με απορία. Θα δεις…. Έλα πάμε, θα έρθεις; Πάρε και τον τορβά μαζί σου, θα τον χρειαστείς!!!! Μου φωνάξανε και ξεχυθήκανε σα μελίσσι. Τορβάς; Τι είναι πάλιαυτό; Αναρωτήθηκα προς στιγμήν αλλά λίγο με ένοιαξε…
- Δεν έχωωωωω, φώναξα για να μ’ ακούσουν και έτρεξα πίσω τους. Πόρτα πόρτα πήγαμε όλα τα σπίτια του χωριού και χτυπάγαμε με ένα ξύλο τις μεγάλες εξώπορτες πριν μας ανοίξουν και μπούμε στις αυλές τους. Εκεί λέγαμε κάτι άλλα διαφορετικά κάλαντα που πρώτη φορά τα άκουγα και φωνάζαμε όλα μαζί τα παιδιά τη φράση ΄΄Σάρμπου μπάμπου σάρμπου!!!! ‘’. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν είδα τη μπάμπου…, τη νοικοκυρά του σπιτιού ντεεεε, αντί για λεφτά, να μας δίνει μήλα, καρύδια, καραμέλες φουντούκια, πορτοκάλια!!!! Τι γίνεται εδώ; Αναρωτήθηκα… πού είναι τα λεφτά;  -Άντε, βρε πρωτευουσιάνα, με κορόιδευαν τα άλλα παιδιά!!! Έτσι είναι το έθιμο εδώ, δεν έχει λεφτά και σιγά μη σας δίνουν λεφτά εσάς εκεί πέρα ψευταρού!!!
Πρωτευουσιάνα!!!! Πόσο με εκνεύριζε αυτός ο τίτλος που μου δίνανε όλοι στο χωριό!!! Μα εγώ δεν ένιωθα καθόλου έτσι!!! Εγώ πάντα έλεγα με καμάρι πως είμαι Μακεδόνισσα, Σερραία!!!! Ποτέ μου δεν έκρυψα πως γεννήθηκα στο χωριό μου, εκεί στην Κάτω Ορεινή Σερρών! Ήμουν περήφανη και είμαι που κατάγομαι από εκείνα τα μέρη. Γεννήθηκα σε μια δύσκολη εποχή από φτωχούς αλλά μεροκαματιάρηδες ανθρώπους που όταν ήμουν δύο ετών αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους τα τρία μικρά παιδιά τους στους παππούδες
και την αγροτική ζωή και να έρθουν προς αναζήτηση καλύτερης ζωής εδώ στην πρωτεύουσα!! Πέρασαν δυσκολίες πολλές, μα γύρισαν πίσω και με πήρανε και με φέρανε κι εμένα εδώ μαζί τους και από τότε άλλαξα ας πούμε πατρίδα!!! Μεγάλωσα εδώ στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Καλλιθέα. Εδώ έπαιξα μικρό παιδί, εδώ πρωτοπήγα σχολείο και έμαθα τα πρώτα μου γράμματα, εδώ έκανα φίλους, εδώ καρδιοχτύπησα για πρώτη μου φορά από έρωτα, εδώ παντρεύτηκα, εδώ γέννησα και τα δυο μου παιδιά!!! Εδώ όμως με φωνάξανε άπειρες φορές στη ζωή μου ‘’Χωριάτισσα’’, ‘’Βλάχα’’, και άλλα τέτοια, διάφορα άτομα προσπαθώντας να με μειώσουν ίσως; Τι αστείο…… στο χωριό μου ήμουν πάντα η ‘’Πρωτευουσιάνα’’ όποτε πήγαινα, και εδώ ήμουν η ‘’Χωριάτισσα’’…… Μου θυμίζει τους έλληνες Πρόσφυγες που εδώ στην πατρίδα μας τους αποκαλούσαν κάποτε ‘’Τουρκόσπορους’’ και όσο ζούσαν εκεί στην άλλη μας παλιά πατρίδα τούς αποκαλούσαν ‘’Βρωμοέλληνες’’…..
Άραγε πού είναι η πατρίδα του καθενός μας; Βρίσκεται εκεί που γεννήθηκε ή μήπως εκεί που μεγάλωσε και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του; Δεν ξέρω να απαντήσω… Ξέρω μόνο να πω πως από μικρό παιδί μέχρι και σήμερα, όποτε γύριζα πίσω στο χωριό μου με το που πατούσα στα μέρη της Μακεδονίας, από Θεσσαλονίκη ακόμη, άλλαζε αμέσως η ψυχολογία μου!!! Πετούσε η καρδιά μου!!! Ένιωθα άλλος άνθρωπος!!! Με το που έπαιρνε η στροφή όταν πλησιάζαμε στο χωριό μου και το έβλεπα να διακρίνεται πίσω από τη στροφή, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή από χαρά!!! Ήταν λες και αντίκριζα τον Παράδεισο ένα πράμα… Τόση ήταν η χαρά μου που έβγαζαν φτερά τα πόδια μου να τρέξω να πάω να τους δω όλους μονομιάς!!! Παππούδες, θείους, ξαδέρφια, φίλες… δεν ήξερα σε ποια αυλή σπιτιού να πρωτοχωθώ από λαχτάρα!!! Ήταν και λίγες μετρημένες οι μέρες που μέναμε εκεί… τι να μου κάνουν εμένα; Εγώ δε χόρταινα να τρέχω σαν αγρίμι στα λιθόστρωτα σοκάκια.. να μαζεύω μυρωδιές… από τα αγριολούλουδα, από τις καπνισμένες καμινάδες που μοσχοβολούσαν από το ψωμί που ψήνανε και από τις πίτες… έτρεχα πίσω από τις θειάδες μου να δω πώς αρμέγουν τη γελάδα, πώς μαζεύουν τα αυγά, πώς ταΐζουν τα γουρούνια…. Ανακατευόμουν κι εγώ μαζί τους να τα χαϊδέψω, να τα ταΐσω, κι ας λέρωνα τα καινούρια μου παπούτσια… Κι ας φώναζαν οι θειάδες μου να φύγω από κει… ‘’Αυτές είναι δουλειές του χωριού… φύγε!!! Θα γίνεις χάλια και θα μας σκοτώσει η μάνα σου!!! Δεν είναι αυτά για σένα.. εσύ είσαι Πρωτευουσιάνα!!!’’…………..
Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ βρέθηκα πάλι για λίγες ώρες στο χωριό μου πριν τρία χρόνια. Τα βήματά μου με οδήγησαν σαν μια αόρατη δύναμη εκεί που κάποτε υπήρχε το πατρικό μου σπίτι. Εκεί όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, παντρεύτηκαν οι γονείς μου, γεννήθηκαν τα παιδιά τους και φυσικά εγώ. Εκείνο το μεγάλο πέτρινο σπίτι που ήταν η πιο μεγάλη αγκαλιά για μένα… Εκεί που λαχταρούσα να βρεθώ πάντοτε και με όσα πεντάστερα ξενοδοχεία και αν μου το ανταλλάζανε δε θα δεχόμουν…. Τώρα…. μένω ολομόναχη μπροστά σε ένα άδειο αφιλόξενο αγριεμένο μέρος, το σπίτι δεν υπάρχει πια… το γκρεμίσανε για να ανοιχθεί δρόμος για το χωριό. Μα τα μάτια μου αναγνωρίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε εκατοστό της γης. Να.. εκεί ήταν το μπαλκόνι όπου στεκόταν πάντα ο παππούς και μας αποχαιρετούσε όταν φεύγαμε κι εγώ δεν ξεκολλούσα τα μάτια μου από πάνω του… πιο κει ήταν η καμινάδα μας, όπου έβγαινε ο καπνός από τη σόμπα της γιαγιάς… να και το δωματιάκι που με γέννησε η μάνα μου!!! Εδώ που στέκομαι ήταν η μεγάλη ξύλινη εξώπορτα που έμπαινες στην αυλή!!! Κάνω δυο βήματα να την περάσω να βρεθώ ξανά μέσα στην αυλή μας να φωνάξω με όλη μου τη δύναμη όπως πάντα… ‘’Γιαγιάααα, παππού!!!!! Ήρθαααα!!!’’ και να πηδήξω δυο δυο τα παλιά ξύλινα σκαλοπάτια να βρεθώ απάνω, να τους σφιχταγκαλιάσω!!! Μα τα πόδια μου μπερδεύονται σε κάτι ξεράγκαθα που υπάρχουν πλέον και μου πληγώνουν τα πόδια επαναφέροντάς με απότομα στην πραγματικότητα!!! Σαν από λήθαργο ξυπνώ και μένω ακίνητη να κοιτώ το κενό μπροστά μου…. Πού πήγε το σπίτι μας; Πού πήγε το μπαλκόνι και η καμινάδα μας που κάπνιζε; Πού είναι ο παππούς μου και η γιαγιά;
Δεν υπήρχε τίποτα πλέον από αυτά…. Οι παππούδες είχαν πεθάνει από χρόνια… το αφιλόξενο κομμάτι γης μπροστά μου, το γεμάτο σκουπίδια και αγκάθια και πέτρες, δε θύμιζε σε τίποτα το ζεστό σπιτάκι μας και τις χιλιάδες αναμνήσεις του… το ίδιο και οι περισσότεροι συγγενείς μου πλέον… δεν υπήρχαν και αυτοί δυστυχώς!!! Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά.. κάτι να με πνίγει… τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα…. Ποιος μου έκλεψε τα παιδικά μου όνειρα; Ποιος μου πήρε μεμιάς τις αναμνήσεις μου και όσα αγαπούσα; Πού είναι το σπιτάκι μου να τρέξω να κρυφτώ μέσα; Ένιωσα ξένη εκεί πέρα για πρώτη φορά στη ζωή μου!!! Ένιωσα αφιλόξενα σα να μην υπήρχε τίποτα εκεί να με δένει πλέον με αυτόν τον τόπο!!! Μου κλέψανε, θαρρείς, με τον πιο βίαιο τρόπο όλες μου τις εικόνες.. τις μυρωδιές, σβήσανε τα ίχνη από τα βήματά μου στο μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι μας και που τώρα δεν υπήρχε ούτε αυτό!!!
Ποιος μου πήρε την πατρίδα μου και με ποιο δικαίωμα;;; Ποια θα ‘χω εγώ πατρίδα τώρα; Ούτε καν οι παιδικές μου φίλες δεν υπήρχαν στο χωριό!!! Παντρεύτηκαν νωρίς και φύγανε σε άλλες πόλεις…. Τι με δένει πλέον με το χωριό μου; Τι θα’ χω να αντικρίζω σαν πηγαίνω; Κάποια μαγική δύναμη μού τα πήρε όλα, όλα !!!! Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τους λυγμούς μου… τα μάτια μου κοίταζαν και ξανακοίταζαν τον αφιλόξενο πλέον χώρο γύρω μου ψάχνοντας μάταια να αναστηλώσουν το παρελθόν!!! Αχχχ, ας γινόταν ένα θαύμα… ας μπορούσα να γυρίσω για λίγο πάλι πίσω… τότε που όλα ήταν στη θέση τους.. να ξαναζήσω για μια στιγμή πάλι πίσω…. Ας υπήρχε, λέει, μια μηχανή του χρόνου…..
Μια γιαγιά που δε γνώριζα, πέρασε από δίπλα μου σέρνοντας ένα μουλάρι.. με κοίταξε, έτσι όπως ήμουν και σίγουρα θα σιάχτηκε, γιατί κούνησε το κεφάλι της μουρμουρίζοντας κάτι και έφυγε γρήγορα… σίγουρα θα με πέρασε για τρελή!!! Ποιος λογικός κάθεται μπροστά στα αγκάθια σε έναν άδειο δρόμο και κλαίει με λυγμούς; Μόνο κανένας σαλεμένος!!!! Έριξα ένα τελευταίο βλέμμα στο χώρο γύρω μου…. Αγκάλιασα για μια φορά κάθε σπιθαμή του και ψέλλισα… «Αντίο, σπιτάκι μου αγαπημένο… αντίο παππού, αντίο γιαγιά…»
Ήξερα πως η μισή καρδιά μου θα βρίσκεται για πάντα εκεί!!! Αυτό δε θα αλλάξει ποτέ όσο ζω… για μένα πάντα θα παραμένει η πατρίδα μου!!! Ο τόπος μου… κι αυτό δεν πρόκειται να μου το πάρει κανείς!!! Πατρίδα είναι εκεί όπου χτυπάει η καρδιά σου. Για μένα χτυπά σε δυο τόπους. Εκεί όπου γεννήθηκα και εδώ όπου μεγάλωσα και άπλωσα τα κλαδιά μου και φύτρωσαν και άλλα κλαδάκια από τις ρίζες μου…

Χρύσα Μπαλαμπάνη
14 / 3 / 2016



Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΩΡΑ ΓΙΑ ΦΑΣΙΝΑ ‘’ΨΥΧΗΣ’’ ΚΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ



        
Κάθε φορά που πλησίαζε το Πάσχα, δηλαδή ένας μήνα σχεδόν νωρίτερα, την μάνα μου την έπιανε πανικός!!! Ξετίναζε όλο το σπίτι στον αέρα λες και θα μετακομίζαμε. Καθάριζε από το πιο μεγάλο έως το πιο μικρό πράγμα μέσα στο σπίτι. Όλα έπρεπε να αστράφτουν  και να μοσχοβολάνε. Πανικός με έπιανε τέτοιες μέρες γιατί δεν είχε μέρος να βρω ησυχία μέσα στο σπίτι. Δεν έβρισκα τίποτα στη θέση του κι επιπλέον έπρεπε να λάβω μέρος κι εγώ στην φασίνα!!! Εφιάλτες μου γεννούσαν αυτές οι μέρες πάντοτε. Όποτε πλησίαζε Πάσχα ήξερα πως θα περάσω πάλι αυτό το μαρτύριο…..
                ‘’Μα γιατί το κάνεις αυτό κάθε φορά μου λες?’’ Την ρώταγα πάντα. Αφού το σπίτι μια χαρά ήταν. Πάντα καθαρό. Πάντα όλα στη θέση τους.  ‘’ Μα πως θα περιμένουμε την Ανάσταση του Χριστού? Πρέπει να αστράφτουν όλα μέσα εδώ. Έρχεται Άνοιξη έρχεται Πάσχα. Όπως καθαρίζουμε την ψυχή μας με την νηστεία για να πάμε καθαροί να κοινωνήσουμε έτσι πρέπει να είναι όλα καθαρά μέσα κι έξω’’ μου απαντούσε.
                Ποτέ μου δε το κατάλαβα αυτό και  πάντα μου προκαλούν πανικό αυτές οι μέρες… Αλλά φέτος ειδικά μετά από πολύ σκέψη μέσα μου συνομιλώντας με τον εαυτό μου για κάποια πράγματα που έχουν γίνει μαζεμένα το τελευταίο διάστημα, είπα να κάνω κι εγώ μια γενική φασίνα, ένα γενικό καθάρισμα στη ζωή μου και στη ψυχή μου όμως…. Και ω.. του θαύματος!!! Συνέπεσε να πλησιάζει Πάσχα…  Τυχαίο? ή με κυνηγάει κάτι πάντα αυτές τις μέρες? Μπορεί να είναι τυχαίο… Αλλά δε με πολύ νοιάζει. Εγώ θέλω να ξεκαθαρίσω από μέσα μου κάτι ‘’σκόνες, αράχνες και αγκαθάκια ‘’ που μου έχουν γεμίσει την ψυχή. Αν δε τα καθαρίσω από μέσα μου θα είναι πάντα εκεί και θα με ενοχλούνε και ύστερα θα έρχονται κι άλλες σκόνες κι άλλα σκουπιδάκια και θα μαζευτούν σωρό κι εγώ θα τα βλέπω αλλά δε θα μπορώ να κάνω κάτι είτε γιατί θα είναι τόσα πολλά που θα με πνίγουν είτε γιατί θα βαριέμαι να ‘’καθαρίσω’’ ……….

                Αρχίζει η φασίνα λοιπόν.
 Πρώτο δωμάτιο ψυχής. Δένω τη ποδιά στη μέση βάζω γάντια και πάμε…..

                Πάντα έλεγα πως έχω πολλούς φίλους. Άσχετα αν όπως όλοι μας μέσα μας ξέρουμε πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο και πως αν υπάρχουν αληθινοί φίλοι τότε θα είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή. Νόμιζα πως έχω πολλούς φίλους λοιπόν. Με τους οποίους έχω βρεθεί πολλές φορές έως αμέτρητες σε διάφορες στιγμές. Έχω τρέξει για πολλούς έχω κάνει πολλά, για πάρα πολλούς. Τις περισσότερες φορές όποτε με καλούσαν σε ‘’χαρές’’ και διάφορα γεγονότα της ζωής τους ήμουν πάντα εκεί. Έτρεχα πάντα και παντού…  Όποτε με καλούσαν να είμαι κοντά τους σε χαρούμενες γι αυτούς στιγμές της ζωής τους δεν το αρνιόμουν. Οι περισσότεροι θα θυμούνται πως δεν έλειπα ποτέ και πουθενά. Όποτε επίσης ζητούσαν την βοήθεια μου σε κάτι πάντα την έδινα απλόχερα. Ήρθε όμως η στιγμή που γράφτηκα σχολείο πριν τρία χρόνια. Λόγω του ότι τα μαθήματα μου ήταν πάντα απογευματινές έως βραδινές ώρες δεν μπορούσα πλέον να τρέχω άλλο γι αυτούς  παντού όπως πρώτα. Πήγαινα μόνο Σαββατοκύριακα αν υπήρχε κάποια πρόσκληση από κάπου. Όταν το καθημερινό μου πρόγραμμα γέμισε και τα Σαββατοκύριακα μου με υποχρεώσεις διάφορες όπως το θέατρο και οι πρόβες αδυνατούσα πλέον να παρίσταμαι…..
                Φυσικά δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντί να επικροτήσουν την προσπάθεια που κάνω με τις σπουδές μου, με τσιγκλούσανε να κάνω κοπάνα ώστε να παραστώ σε κάποια εκδήλωση τους!!!! Τους έλεγα πως μου είναι αδύνατον να λείψω από τα μαθήματα μου και πως αν κάνω τώρα κοπάνα για σένα και το δουν οι άλλοι μετά θα γίνω κακιά. Θα θέλουν να κάνω το ίδιο και γι’ αυτούς και θα μου πουν ‘’μα καλά εκεί μπόρεσες να πας σε μας δεν αξίζει να κάνεις μια θυσία?’’ και τότε εγώ τι θα πρέπει να κάνω? Πάλι κοπάνα ή να γίνω κακιά άθελα μου? Πάλι όμως δε το καταλαβαίνανε και πάλι με πιέζανε και με τσιγκλούσανε να παραβρεθώ ‘’κοντά τους’’. Βέβαια χαζή δεν ήμουν. Σιγά μην το κάνανε επειδή θα τους έλειπα εγώ!!! Απλά ντόρο θέλανε να κάνουν να έχουν μπούγιο, περισσότερο κόσμο…  Βέβαια υπήρξαν κι αυτοί που κατανοούσαν πως λόγω σχολείου τώρα η Χρύσα που ξέρανε χάθηκε. Δε νομίζω όμως πως τους πολύ ένοιαξε γιατί ξεφύτρωσαν άλλες Χρύσες σαν εμένα. Να τρέχουν πάντα και παντού. Να γεμίζουν τα κενά τους. Να δείχνουν στο κόσμο πόσους πολλούς φίλους έχουν!!!
                Που θέλω να καταλήξω τώρα……….

Τρεις φορές στη ζωή μου χρειάστηκα την ‘’αγάπη’’ των φίλων μου. Να είναι κοντά μου. Να τρέξουν μια φορά κι αυτοί για μένα. Να δείξουν την εκτίμηση στο πρόσωπο μου. Ή έστω να βγάλουν την ‘’υποχρέωση’’ τους προς εμένα που εγώ τόσα χρόνια έτρεχα γι’ αυτούς βρε αδερφέ!!! Τρεις φορές μόνο μπροστά στις δεκάδες τις δικές τους που έχω τρέξει εγώ μοιάζουν σταγόνες στον ωκεανό. Αλλά εδώ είναι που μετράς τις πραγματικές φιλίες και τα πραγματικά αισθήματα των ανθρώπων!!! Εδώ είναι που βλέπεις πως πίσω από τις μεγάλες αγκαλιές και τα τεράστια χαμόγελα και τα σοροπιαστά γλυκόλογα κρύβονται μικροψυχίες, αδιαφορία και ωχαδερφισμός. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των δεκάδων φίλων ως χθες πέφτουν ένα ένα σαν ντόμινο. Οι τεράστιες αγκαλιές του χθες γίνονται παγωμένα αδιάφορα βλέμματα και πλάτες προς το πρόσωπο σου. Κι εσύ μένεις σα μαλάκας να κοιτάς με βλέμμα χαζού σα μικρό παιδάκι που δε καταλαβαίνει τι γίνεται τριγύρω του…
Κοιτάς τριγύρω σου… ψάχνεις μες το πλήθος να δεις γνώριμα πρόσωπα… να βρεις ένα γνωστό χαμόγελο μια ζεστή αγκαλιά από κάποιον φίλο και το μόνο που αντικρίζεις είναι το απόλυτο κενό. ΠΑΓΩΜΑΡΑ. Στη ψυχή. Μα που πήγαν τόσοι φίλοι??? Κανένας δε μπόρεσε να έρθει κοντά μου στην χαρά μου? Σε μια ιδιαίτερη για μένα στιγμή τους κάλεσα. Χαράς και όχι λύπης. Που είναι όλοι τους? Κανείς τους δεν ήρθε να με τιμήσει.. Να μου δείξει πως με αγαπάει. Να μου δείξει πως με νοιάζεται. Πως θέλει να είναι κοντά μου σε αυτή την στιγμή μου. ΠΑΓΩΜΑΡΑ ξανά. ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ. Στο βλέμμα τριγύρω και στην ψυχή το μεγαλύτερο…..
Δεν είμαι σαν αυτούς να κάνω συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις κλπ κλπ κάθε τρεις και λίγο όπως αυτοί. Εγώ όπως είπα τρεις φορές έκανα κάτι σημαντικό για εμένα και αυτό ήταν. ΤΕΛΟΣ. Δεν έχω πάλι και πάλι ξανά και ξανά ώστε να πουν.. ‘’δε βαριέσαι θα πάμε την επόμενη’’….  Την πρώτη φορά στην μοναδική παρουσίαση του βιβλίου όπου έγραψα κι εγώ και παρουσιάσαμε σε μια φανταστική εκδήλωση δεν πάτησε κανείς τους… παρά μόνο τρείς φίλες… από τους τόσους άπειρους φίλους που έχω τρέξει άπειρες φορές. Την δεύτερη φορά στην πρώτη μου απόπειρα ως ηθοποιού στην θεατρική παράσταση ‘’ΕΛΕΝΗ του Ευριπίδη’’ που δώσαμε επίσημα στην Αθήνα δεν πάτησε κανείς τους!!! Έτσι και φέτος στην νέα μας παράσταση ‘’ΚΥΚΛΩΨ του Ευριπίδη’’ που δόθηκε επίσημα στην Αθήνα, πάλι δεν πάτησε ούτε ένας φίλος!!!!! Εκτός από έναν καλό μου φίλο από άλλο στρατόπεδο όμως και όχι από εκείνους. Εδώ πρέπει να πω πως υπήρχαν και κάποιοι οι οποίοι μου έστειλαν μήνυμα πως δε θα μπορούσαν να έρθουν είτε λόγω δουλειάς είτε λόγω υγείας αν και θα το θέλανε πάρα πολύ. Μου ευχηθήκανε τα καλύτερα οι άνθρωποι και κατανοώ πλήρως τις δυσκολίες τους. Όλοι οι άλλοι όμως που ήταν πάλι? ΑΦΑΝΤΟΙ ως συνήθως!!! Ούτε καν μια δικαιολογία…. Ούτε καν μια ευχή. Έναν καλό λόγο… ΤΙΠΟΤΑ!!!

Οι φίλοι τελικά είναι φίλοι σου όσο εσύ τρέχεις και κάνεις πράγματα γι αυτούς. Όσο εξυπηρετείς τα συμφέροντα τους. Όταν παύεις να ασχολείσαι συνεχώς μαζί τους για διάφορους λόγους, άσχετα αν είναι σοβαροί λόγοι όπως εμένα (το σχολείο) τότε σε διαγράφουν εντελώς από φίλο. Σε κρατούν ως φίλο μόνο στο FACEBOOK μόνο και μόνο για να δείχνουν πως έχουν χιλιάδες φίλους. Που δείχνουν όμως την φιλία τους μου λες? Και πως? Φίλος δεν είσαι μόνο στα χαρτιά ή μόνο στο να δείχνεις πως είσαι φίλος πατώντας η ζητώντας LIKE στις δημοσιεύσεις… Εκεί θα φανεί το ενδιαφέρον σου σα φίλος???
  Σε εμένα προσωπικά που έχω κάνει τόσα για τόσους πολλούς, έστω και από υποχρέωση δεν θα έπρεπε να είναι κοντά μου μία φορά? Μια μόνο γαμημένη φορά??? Έτσι δείξανε  την εκτίμηση τους για όσα έκανα τόσα χρόνια προς αυτούς?? Ούτε καν μια λέξη δε γράψανε τυπική….. Εδώ άνθρωποι μέσα στο FACEBOOK που δεν έχουμε γνωριστεί ποτέ από κοντά και είμαστε μόνο ‘’φίλοι ‘’ διαδικτυακοί μου στείλανε τις ευχές τους με τα καλύτερα λόγια. Μπήκανε στον κόπο να μου γράψουν λόγια καρδιάς κι ας μην με είχανε καμία υποχρέωση!!!! Και τόσοι φίλοι με αγνοήσανε εντελώς!!!!
Ξέρεις κάτι? Δεν κρατάω κακία. Ποτέ μου δε κρατάω. Έτσι έχω μεγαλώσει και έτσι έχω μάθει. Το μόνο που μου έμεινε είναι μόνο ΠΙΚΡΑ. Ατελείωτη πίκρα. Γιατί τρεις φορές  χρειάστηκα την αγάπη των φίλων μου να με τιμήσουνε μέσα σε τρία χρόνια και τις τρεις μου την αρνηθήκανε!!! Αλλά από την άλλη ευχαριστώ το Θεό γιατί μου έδωσε ένα καλό μάθημα. Την πρώτη φορά που μου το έδωσε δεν το έπιασα με την μία και κόπηκα σε αυτό. Την δεύτερη μου δίνει δεύτερη ευκαιρία, αλλά εγώ πάλι κοιμόμουν όρθια ως γνωστόν και ξανά κόπηκα. Φέτος απηύδησε και αυτός μαζί μου και λέει θα της δώσω μια τελευταία ευκαιρία!!! Αν δε το καταλάβει και φέτος τρίτη φορά θα την στείλω από εκεί που ήρθε!!!!
Το κατάλαβα όμως. Άργησα αλλά το κατάλαβα. Τον ευχαριστώ λοιπόν που μου άνοιξε τα μάτια ώστε να μπορέσω να εκτιμήσω πράγματα φιλίες και καταστάσεις στη ζωή μου. Το καλύτερο μάθημα πήρα. Η ζωή τελικά είναι όλο εκπλήξεις. Πρέπει να φας μερικά δυνατά χαστούκια για να συνέλθεις και να ξυπνήσεις από τον λήθαργο…. 

Τέλος φασίνας.
Κοιτάω γύρω μου. Καθάρισα καλά? Φύγανε οι σκόνες, οι αράχνες και τα αγκαθάκια? 

Προς το παρόν γιατί θα έρθουν καινούρια πάλι… δυστυχώς όσο και να καθαρίζεις πάλι βρωμίζει…. Ουφφφ Ας πάρω μια ανάσα….. Τελικά πρέπει να είμαι χαρούμενη και όχι πικραμένη!!! Ποιος βγήκε κερδισμένος εντέλει? Εγώ ή αυτοί? Χμμμμ… Φυσικά ΕΓΩ!!!! Γιατί με αυτό το μάθημα που ‘’πέρασα’’ κατάλαβα πάρα πολλά για τις ανθρώπινες αξίες… Τις ‘’δήθεν’’ φιλίες και τα λόγια τα μεγάλα και πως τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται στη ζωή!!! Κατάλαβα και άλλα πολλά αλλά δε θα σας τα πω κι όλα…………..


 Ούτε θέλω να μπω στη διαδικασία να ακούσω φτηνές δικαιολογίες από κανέναν τους. Δε θέλω να ακούσω τίποτα ούτε να διαβάσω τίποτα.


‘Ένα είναι σίγουρο. Πως ο άνθρωπος πρέπει να παίρνει τέτοια μαθήματα γιατί γίνεται πιο δυνατός. Οπλίζεται με περισσότερη δύναμη μέσα του και μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει με ‘’ανοιχτά μάτια’’ πολλά τα οποία εθελοτυφλούσε και αν και ήταν μπροστά του δεν τα έβλεπε καν!!!!
Είμαι χαρούμενη λοιπόν. Γιατί η φασίνα μέσα μου με έκανε να αποτινάξω πολλά που έπιαναν τζάμπα χώρο μέσα μου!!! Το βασικότερο όμως? Πήρα το καλύτερο μάθημα και αυτό ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για εμένα!!!! Η φασίνα συνεχίζεται και σε άλλους τομείς………………………………………….

Χρύσα Μπαλαμπάνη
26 – 4 - 2016



Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

'' Πόσα λάθη Θεέ μου… πόσα τραύματα έχουν αφήσει στη ψυχή μου όλα αυτά…''



                Ο Δημήτρης  κοίταξε έξω από το μεγάλο παράθυρο τα παιδιά που παίζανε μπάλα στην αυλή του σχολείου. Είχε κενό αυτή την ώρα και καθόταν μόνος στο γραφείο. Το βλέμμα του καρφώθηκε σε ένα αγόρι που καθόταν σε μια γωνιά της αυλής ολομόναχο. Έμοιαζε τόσο αποκομμένο από τα άλλα παιδιά της τάξης του. Κοιτούσε θαρρείς με ζήλια που αυτά παίζανε μπάλα κι εκείνο δεν το έπαιζε κανένας. Τα μάτια του είχανε μια απέραντη θλίψη που μπορούσες εύκολα να διακρίνεις από μακριά. Η μπάλα ξάφνου έσκασε μπροστά στα πόδια του  μικρού  αγοριού. Έσκυψε να την πιάσει. Τότε ακούστηκε η φωνή ενός άλλου αγοριού από εκείνα που πριν λίγο κλωτσούσαν με δύναμη τη μπάλα… 
‘’Ρε μαλάκα κεφτέ πέτα τη μπάλα μην έρθω εκεί και τις φας!!! ‘Έλα τελείωνεεεεε!!!!’’  το αγόρι απογοητευμένο πέταξε τη μπάλα προς το μέρος τους και μαζεύτηκε ένα κουβάρι στη γωνία.
             ‘’Μα τα κωλόπαιδα!!! Κοίτα πως φέρονται στο καημένο το παιδί. Τέτοια διαγωγή έχουν από το σπίτι τους!!! Μια ζωή η ίδια ιστορία…  πάντα θα υπάρχει ένας αδύναμος και πάντα θα υπάρχουνε τσογλάνια… σκέφτηκε ο Δημήτρης βλέποντας αυτή τη σκηνή πίσω από το μεγάλο παράθυρο του γραφείου κοιτώντας τον μικρό μαθητή που είχε σχεδόν λουφάξει. Έμεινε να τον κοιτά και το βλέμμα του θαρρείς και πέρασε σε άλλη διάσταση και οι σκέψεις του στριφογύριζαν σε ένα τρελό χορό γύρω και μέσα στο κεφάλι του…
               ‘’Τι θα γίνει Δημήτρη παιδί μου θα την λύσεις αυτή την άσκηση σήμερα ή θα νυχτώσουμε εδώ πέρα; Είσαι ο μοναδικός που δε την έλυσες. Άλλον έναν να είχα σαν εσένα, πάει θα μου είχε σαλέψει!!!’’ Φώναξε η δασκάλα αγριεμένη στο μικρό αγόρι.
                ‘’Δε μπορώ κυρία δε ξέρω…’’ μουρμούριζε ο μικρός Δημήτρης μυξοκλαίγοντας.
                ‘’Μη μου λες εμένα δε μπορώ!!! Δε θα φύγεις από δω σήμερα, αν δε τη λύσεις!!! Ουέ κι αλίμονο κακομοίρη μου!!!’’
                 Ο Δημήτρης σκούπισε τα μάτια του με την ανάποδη του μανικιού του, πήρε τη σβήστρα  του και έσβηνε τα νούμερα που είχε γράψει πάνω στο τετράδιο της αριθμητικής. Τα έσβηνε, τα ξαναέγραφε από πάνω πάλι τα ίδια ίσα για να φαίνεται πως κάτι κάνει, πως κάτι γράφει στο τετράδιο. Μουντζούρες όμως γινόντουσαν από το γράψε σβήσε και από τα δάκρυα που στάζανε πάνω στο χαρτί. Αυτά τα δάκρυα που πλημύριζαν τα μάτια του όταν  άκουγε στο δρόμο στο χωριό κάποιον να τον ρωτάει … ‘’ε Δημητράκη πόσο πήρες στον έλεγχο;  Εννιά; η Ελενίτσα σε πέρασε βρε… Άριστα πήρε!!!
                  ‘’Τι ντροπή Θεέ μου!!! Ο δικός μου ο γιος, ο γιος του προέδρου να πάρει εννιά και τα άλλα παιδιά να σε περάσουνε βρε στουρνάρι; Γι αυτό σε στέλνω εγώ σχολειό βρε για να χαζεύεις και να μη προσέχεις τη δασκάλα;’’ Οι φωνές του κυρ Γιάννη ακουγόντουσαν σε όλο το σπίτι. ‘’ Άσε μεεεε θα μου βγάλεις τ’ αυτί!!!!’’  Κλαψούριζε ο μικρός Δημήτρης. Το τρομαγμένο βλέμμα του έψαχνε για βοήθεια την μάνα του. Την είδε στη κουζίνα. Σκούπιζε τα πιάτα με την ποδιά της. ‘’Μαμάαααα!!!!’’ φώναξε δυνατά. Μα εκείνη σα να μην τον άκουσε συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε σα να μη συμβαίνει τίποτα… άλλωστε ποιος τολμούσε να σηκώσει μπόι στον κύρη του σπιτιού; Άντρας ήταν και κείνος ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κι αν εκείνος έλεγε πως έτσι είναι τα πράγματα, τότες έτσι θα ήταν μαθές. Πατέρας ήταν , λες να μην ήξερε ποιο ήταν το καλό του παιδιού του; Ας έτρωγε και μερικές ο Δημήτρης μπας και βάλει μυαλό και γίνει άνθρωπος. Τι δηλαδή εμείς που φάγαμε ξύλο από τα γονικά μας δε γινήκαμε άνθρωποι; Δόξα το Θεό μια χαρά ανθρώποι  γίναμε και οικογενειάρχες. Άστον να σκούζει… μια μέρα θα μας ευγνωμονεί που τον κάναμε άνθρωπο… σκέφτηκε η κυρά Μαρία και βάλθηκε να στρώνει το τραπέζι για να φάνε.
                 Λίγα χρόνια αργότερα……………
                ‘’ Μάγκες αύριο ξεκινάμε κατάληψη όλο το γυμνάσιο μη τυχών και δε συμμετέχετε μαύρο φίδι που σας έφαγε’’ είπε ο Γεωργίου μέσα στο τμήμα χθες. Μα πώς να πάρει μέρος αυτός στην κατάληψη, ο γιος του προέδρου του χωριού… του κομματάρχη; θα του έκοβε τα πόδια μετά ο πατέρας του!!! ‘Όχι όχι δεν ήταν δυνατόν αυτό…  δεν είχε καμία όρεξη να τραβήξει πάλι τα ίδια… κι ας ήθελε μέσα του να είναι κάτω στην αυλή με τα άλλα παιδιά και να φωνάζει συνθήματα παρέα με το μπούγιο!!!
                 ‘’ Δημήτρη τον φοβάσαι τον πατέρα σου; Τον ρώτησε ο συμμαθητής του όπως καθόντουσαν σαν τα άβουλα πιόνια οι δυο τους μέσα στην άδεια τάξη κοιτάζοντας από το παράθυρο κάτω στην αυλή τους άλλους τους καταληψίες.
                 ‘’Εγώ;;; Μα είσαι σοβαρός; Όχι φυσικά!!!!’’ απάντησε ο Δημήτρης προσπαθώντας να φανεί όσο πιο φυσικός γινόταν.
                 ‘’Τότε γιατί δεν πήρες μέρος στην κατάληψη κι εσύ;’’
                  ‘’Εγώωωω ναααα δεν θέλω να πάρω απουσίες ούτε να χάνω μαθήματα μωρέ…  εσύ γιατί δεν πήρες δηλαδή και λες εμένα;’’ απάντησε ο Δημήτρης δήθεν αδιάφορα.
                    ‘’ Νομίζεις πως δε θέλω; Μα εγώ βρε χαζέ είμαι ο γιος του Γυμνασιάρχη τι με παίρνει να κάνω… να με σαπίσει μετά ο πατέρας μου στο ξύλο;’’ Αποκρίθηκε ο άλλος.
                   Αν τον φοβόταν τον πατέρα του λέει; Μωρέ φόβος και τρόμος ήτανε αλλά τολμούσε να το πει; Ήξερε πως αν έπαιρνε μέρος στην κατάληψη θα μετάνιωνε τη μέρα που γεννήθηκε μετά. ‘’Αχ πατέρα!!! Να ήξερες μόνο… να μπορούσες να νιώσεις πόσο πόνο έχεις σκορπίσει μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια… πόσο δυστυχισμένος νιώθω και πόσο αποκομμένος από τους άλλους… γιατί ρε μπαμπά… γιατί….’’
                   Σκέψεις, σκέψεις, χιλιάδες σκέψεις, χιλιάδες εικόνες ξεπηδούσαν σαν δαίμονες μπροστά του…  πόσες φορές προσπάθησε να τις διαγράψει… να υπήρχε λέει ένα μαγικό κουμπί σαν του υπολογιστή του, να πατούσε το DELETE και να τα πετούσε όλα μέσα στον κάδο ανακύκλωσης…  να άδειαζε μονομιάς όλα εκείνα που σαν καρφιά τον πονάνε μέσα στη ψυχή του. Από μικρό παιδί γέμιζε καρφιά. Κάθε καρφί και δάκρυ, πόνος, απόγνωση, τραύματα αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο. Τραύματα που δεν θα επουλωθούν ποτέ και πληγές που πάντα θα πονάνε….
                    ‘’Κύριεεε διορθώσατε τα διαγωνίσματα της Χημείας;;;’’
                     ‘’Αν δεν ησυχάσετε δε θα σας πω ποτέ τι βαθμό πήρατε!!! ’’  απάντησε ο Χημικός της ‘Α Λυκείου. Φόρεσε τα μυωπικά γυαλιά του και έβγαλε το μπλοκάκι του όπου σημείωνε τις βαθμολογίες των μαθητών. Ο Δημήτρης περίμενε με ανυπομονησία να ακούσει τον βαθμό του. Ήταν απόλυτα σίγουρος πως είχε γράψει πολύ καλά. Όταν τσεκάρανε με τον ξάδερφο του τον άλλο τον Δημήτρη τον συνονόματο του τι απαντήσεις είχε δώσει ο καθένας στο γραπτό είδε πως τα είχε όλα ολόσωστα!!! Τουλάχιστον 19 θα πάρω έλεγε γεμάτος σιγουριά!!!
                    Ο Χημικός έφτασε επιτέλους στο όνομα τους. ‘’Τη….ος ‘’ δεκαεννιά και ‘’Τη….ος‘’ δεκατέσσερα!!! Είπε και ετοιμάστηκε να προσφωνήσει το επόμενο όνομα από τον κατάλογο…  σαν την αστραπή πέρασε η σκέψη από το μυαλό του Δημήτρη. Μα ποιος από τους δύο μας πήρε το 19 και ποιος το 14;;;;
                    ‘’ Κύριε για κοιτάξτε του Ιωάννου δεκατέσσερα;;;’’ Φώναξε γεμάτος αγωνία…  γιατί άλλο του Ιωάννου που ήταν αυτός και άλλο του Βασιλείου που ήταν ο ξάδερφος. Δεν το ξεκαθάρισε κι αυτός ο χριστιανός!!!!!
                   Για πότε σείστηκε όλη η τάξη στα γέλια ούτε που κατάλαβε!!! Ένας ένας άρχισαν να λένε… ‘’μα για κοιτάξτε καλά… του Ιωάννου δεκατέσσερα; ’’ Χαχαχαχα όλοι μαζί… ‘’ μα του Ιωάννου δεκατέσσερα; ’’ και δώστου τα χάχανα σωρό. Ένιωσε τα αυτιά του να κοκκινίζουν. Να καίγονται. Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί!!! Μα τι στην ευχή είπε και γελάνε έτσι; Γιατί τον κοροϊδεύουν πάλι να πάρει ο διάολος; Τι το περίεργο δηλαδή βλέπουν; Μια ερώτηση έκανε… ποιος ‘’Τη….ος‘’ από τους δυο πήρε το δεκατέσσερα; Αφού δύο ήταν εκεί μέσα που να ξεχωρίσεις έτσι για ποιον από τους δυο μιλούσε; Και τη καζούρα έφαγε και το δεκατεσσάρι όλο δικό του, του τρίψανε στα μούτρα. Μα γιατί… γιατί;;;; Αφού ήταν βέβαιος … είχε γράψει πολύ καλά… σίγουρα πάνω από δεκαοχτώ!!!  Μα έτσι ήταν. Πάντα τον άλλον Δημήτρη καλοπιάνανε. Αυτός ήταν ο αγαπητός. Αυτουνού κάνανε ιδιαίτερα οι δικοί του. Αυτουνού ο πατέρας ήταν έμπορος και θα έδινε πεσκέσι των καθηγητών και θα’ κανε  τα στραβά μάτια στο ζύγι…  αλλά έτσι ήταν. Αδικία!!!!!  ‘’Πάρε τώρα ένα δεκατέσσερο πεσκέσι κι εσύ για τον πατέρα σου!!!!! Να δω πως θα του το πω…. ώχου Παναγία μου τι με περιμένει πάλι!!!!! ‘’
                   Τα πειράγματα δε σταμάτησαν από εκείνη τη μέρα. Πλέον είχε βαφτιστεί με το νέο του όνομα. ‘’ Ιωάννου!!!  Ιωάννου!!!  Ιωάννου ρε Ιωάννου ….’’  ‘’ μα για ξανακοιτάξτε καλύτερα κύριε!!! Μα είναι δυνατόν;;; Του Ιωάννου δεκατέσσερα;;;;’’’ και δώστου πάλι τα γέλια σε όλο το σχολείο………………………
                  ‘’Ρε μαλάκα τι μπουφάν είναι αυτό που φοράς ρε συ… κάτω από το κώλο σου είναι ρε φίλε!!! ‘’ είπε ο Τάκης του Δημήτρη ενώ ντυνόταν για να βγει έξω.
                  ‘’Γιατί τι έχει το μπουφάν μου δηλαδή, μια χαρά μπουφάν είναι. Με κρατάει και από το κρύο. Ξέρεις πόσο ζεστό είναι;;;’’ Γύρισε ο Δημήτρης απορημένος και του είπε.
                   ‘’Ρε φίλε πας καλά; Κοίτα λίγο να εκμοντερνιστείς. Τα ρούχα σου φωνάζουν επαρχιώτη από χιλιόμετρα μακριά. Στην Αθήνα ζεις πλέον όχι στην Λάρισα. Ξεκόλλα!!! Πώς να σε κυκλοφορήσω έξω στα μαγαζιά έτσι ντυμένο με αυτά τα πουλόβερ που φοράς; Πες μου εσύ ποια κοπέλα θα γυρίσει να σε κοιτάξει έτσι όπως είσαι. Και αυτό το μαλλί ρε φιλαράκι κάνε κάτι επιτέλους!!! Κόψτο λίγο μοντέρνα. Κόψε αυτή τη κωλοφράντζα να πούμε. Μια χαρά παιδί είσαι και σε χαλάει το μαλλί και το ντύσιμο, δηλαδή έλεος!!! ‘’ του είπε νευριασμένα ο συμφοιτητής του ο Τάκης. Ο οποίος και καλοντυμένος ήταν και καλοκουρεμένος βάση της μόδας δηλαδή.
                ‘’Γιατί ρε Τάκη; Τι έχουν τα ρούχα μου και το λες; Δε ξέρει η μάνα μου να ψωνίζει; Από τα καλύτερα μαγαζιά της Λάρισας τα παίρνει δε ψωνίζει από το παζάρι!!!’’
                ‘’Εεεε εσύ αδερφάκι μου δε τρώγεσαι με τίποτα!!!! ‘’ απάντησε θυμωμένα ο Τάκης πετώντας καταπάνω  του το after  save του…………….
                 Ο Δημήτρης μόρφασε σα να πονούσε. Έσφιξε τα μάτια και έτριψε το κούτελο του λες για να ανακουφίσει έναν αόρατο πόνο. ‘’Πόσα λάθη Θεέ μου… πόσα τραύματα έχουν αφήσει στη ψυχή μου όλα αυτά…  από όταν ήμουν μικρό παιδάκι ακόμη… πάντα με αμφισβητούσαν, ποτέ δεν ήμουν αρκετός.. ποτέ δεν έκανα τίποτα σωστά. Πάντα ήταν πολύ λίγο. Έπρεπε να προσπαθήσω κι άλλο… να φέρνω πάντα τους καλύτερους βαθμούς, να κάνω πάντα αυτό που πρέπει. Να είμαι το καμάρι του πατέρα!!! Να βαδίζω πάντα με τα δικά του θέλω και τα δικά του πρέπει. Το καμάρι… χα!!! Τι λέω… αφού ποτέ δεν ήμουν το καμάρι του εγώ. Μόνο για τις αδερφές μου νοιαζόταν κατά βάθος… εγώ έπαιρνα πάντα ότι περίσσευε από αγάπη….. Α ρε πατέρα εσύ και το ξερό σου το κεφάλι!!! Που πίστευες πως εσύ έχεις δίκιο και κανένας άλλος. Ποτέ σου δεν αναρωτήθηκες αν με πληγώνεις ή όχι. Αν πονάω μέσα μου η όχι. Αν όλα αυτά θα με ακολουθούνε ως σήμερα και για πάντα σαν δαίμονες που θα μου τρώνε τη ψυχή…. Ποτέ σου δε με αποδέχτηκες κατά βάθος. Ακόμη κι όταν πέτυχα, σπούδασα, μορφώθηκα έγινα άνθρωπος όπως έλεγες…. Έκανα οικογένεια…. Εσύ πάντα θα έβρισκες τον τρόπο να με κατακρίνεις……………..’’
                   Γύρισε το παγωμένο βλέμμα του που είχε καρφωθεί από ώρα έξω από το παράθυρο… κοίταξε το ρολόι του. Είχε λίγη ώρα ακόμη  ώσπου να χτυπήσει  το κουδούνι για διάλλειμα. Κοίταξε τριγύρω. Σα να έψαχνε μια σανίδα να πιαστεί. Κάτι να τον αποτραβήξει από αυτές τις μαύρες σκέψεις….. στο απέναντι γραφείο υπήρχε η εφημερίδα που διάβαζε πριν  ο συνάδελφος  ο Μαθηματικός. Την πήρε και άρχισε να την ξεφυλλίζει μπας και ξεχαστεί και ξεφύγει το μυαλό του.
                   Πέμπτη σελίδα. Άρθρο με τίτλο με μαύρα κεφαλαία γράμματα. ‘’ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ’’ εεεε αυτό πιαααα!!!!!
                    Κάτι τον έκανε να μη μπορεί να κλείσει την εφημερίδα και να ρίξει μια κλεφτή ματιά στο άρθρο.
                   Το τραυματικό γεγονός αντηχεί κατά τη διάρκεια των ετών και προκαλεί αρνητικές συνέπειες, όπως υψηλότερους κινδύνους κατάθλιψης, άγχους, διπολικής διαταραχής, μετατραυματικό στρες, παχυσαρκία, προβλήματα συμπεριφοράς, καθώς και προβλήματα υγείας όπως είναι οι καρδιακές παθήσεις. Το ψυχικό τραύμα της παιδικής ηλικίας αλλοιώνει τον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του παιδιού και συχνά επαναλαμβάνεται  στην ενήλικη ζωή, ακόμα και εάν το άτομο συνειδητά επιδιώκει να το αποφύγει. Οι αντιδράσεις μας απέναντι στις διάφορες καταστάσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε στην καθημερινότητά μας, σχετίζονται με τη διαπαιδαγώγηση και τα βιώματά μας. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το φαινόμενο ως μία αναίτια χρονικά παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία, καθώς είθισται η συμπεριφορά που προκύπτει να είναι αντίστοιχη με αυτή που εφάρμοζε το άτομο ως παιδί. Βέβαια, μαζί με τη συμπεριφορά που αναδύεται από την παιδική ηλικία, έρχονται στην επιφάνεια και τα συνακόλουθα αρνητικά συναισθήματα, όπως ντροπή, μοναξιά και θλίψη. Από αυτό θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι αν τα συναισθήματα ενός παιδιού καταπιεστούν, και κυρίως συναισθήματα όπως ο θυμός και ο πόνος, τότε ο ενήλικας θα κρύβει μέσα του ένα θυμωμένο, πληγωμένο παιδί. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, αυτό το παιδί θα δυσχεραίνει την ενήλικη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς το άτομο καθίσταται δυσλειτουργικό, γεγονός που δεν του επιτρέπει να ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα και να ευτυχίσει. Το πληγωμένο παιδί μέσα μας παρεμβαίνει στην ενήλικη ζωή μας και την επηρεάζει με διάφορους τρόπους.
                  Σε μία ταραγμένη παιδική ηλικία, είναι πολλά τα δύσκολα που χρειάζεται να ξεπεραστούν, όμως υπάρχει βοήθεια. Κατανοώντας σε βάθος τι εμποδίζει την επούλωση, μπορεί να είναι βοηθητικό στη διαδικασία της ανάκαμψης.
                 Ντρινννννννν!!!!!!! Το κουδούνι χτύπησε κάνοντας τον να αναπηδήσει στη θέση του. Λες και ξύπνησε από λήθαργο. Λες και ήταν υπνωτισμένος και κάποιος χτύπησε παλαμάκια επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα. Ήταν τόσο ζωντανές οι εικόνες στο κεφάλι του. Στα μάτια του μπροστά περνούσε ο Δημήτρης  μαθητούδι, ο Δημήτρης έφηβος, ο Δημήτρης φοιτητής... ο.......
                   ‘’Τι γίνετε συνάδελφε; όλα καλά; Μήπως είσαι αδιάθετος; Κόκκινο το πρόσωπό σου!!’’ Τον ρώτησε η φιλόλογος που μπήκε πρώτη στο γραφείο για το διάλειμμα της . Ο Δημήτρης αρκέστηκε στο να χαμογελάσει λέγοντας
                     ‘’μα έχει πολύ ζέστη εδώ μέσα δε μπορώ με πειράζει η ζέστη, πάω έξω να πάρω λίγο αέρα πριν πάω πάλι για μάθημα……..’’

Χρύσα Μπαλαμπάνη
21 – 2 – 2016