Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

‘’ Ένα παραμύθι για μεγάλα και μικρά παιδιά’’


                                             ‘’ Ένα παραμύθι για μεγάλα και μικρά παιδιά’’
                           
                             O καιρός περνούσε γρήγορα και πλησίαζε το βράδυ της παραμονής. Ο Άγιος Βασίλης πηγαινοερχόταν σκεφτικός με σταυρωμένα τα χέρια του πίσω από την μέση του. Είχε αρχίσει να τον ενοχλεί πάλι και να τον πονάει εδώ και μέρες. Πόσο βάρος είχε σηκώσει τόσα χρόνια… το σακί με τα δώρα όσο πήγαινε γινόταν και πιο  ασήκωτο και η μέση του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται.. ‘’ε… περνάν τα χρόνια.. δεν είμαι δα και παληκαρόπουλο όπως κάποτε…’’ σκέφτηκε χαμογελώντας. Πλησίασε στο παράθυρο της καλύβας του. Έξω το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει πυκνό από ώρα. Τριγύρω η φύση είχε φορέσει τα καλά της για ακόμη μια φορά. Ένα ολόλευκο πέπλο είχε σκεπάσει τα πάντα και κρυσταλλάκια πάγου κρεμόντουσαν από τα κλαδιά των δέντρων και από τα κεραμίδια. Τα γράμματα και οι ευχές των παιδιών είχαν αρχίσει εδώ και καιρό να φτάνουν και πλέον ήταν τόσα πολλά που θα έπαιρνε κανείς όρκο πως θα τύλιγαν τριγύρω τη γη!!! Τα παιδιά… αχ αυτά τα μικρά πλασματάκια που λάτρευε να βλέπει τα χαμόγελά τους και τις φατσούλες τους με τη χαρά και την ανυπομονησία ζωγραφισμένη μόλις έτρεχαν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο να ανοίξουν όλο χαρά τα δώρα τους!!! Η ωραιότερη στιγμή… τότε μονομιάς ξέχναγε και την κούραση και τα πονάκια στη μέση του και η ψυχή του ευφραίνονταν από αγαλλίαση και ηρεμία. Κανέναν δεν ξέχναγε ποτέ. Πάντα φρόντιζε για όλους. Γιατί και οι μεγάλοι είχαν ανάγκη από δώρα. Δώρα καρδιάς. Δώρα ψυχής. Του ζητούσαν από το πιο απλό εως το πιο δύσκολο και απραγματοποίητο για έναν άγιο… αλλά αυτός δεν άφηνε κανέναν παραπονεμένο.. Σε όλους άφηνε και κάτι. Αγάπη στο σπιτικό του, ευτυχία στη καρδιά του, υγεία στον πονεμένο, χαρά στα χείλη του, δύναμη να αντέξει, φως στις ψυχές και φυσικά σε όλους, μικρούς μεγάλους άφηνε την ευχή του. Γέμιζε τις καρδιές τους με την αγάπη του και την ευλογία του. Μα.. πολλές φορές άκουγε μόνο παράπονα και γκρίνιες. Πως τάχα δεν τους έφερε τίποτα, πως δεν ακούει τις ευχές τους, πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!!!

                           Ναι.. πολλές φορές ή μάλλον άπειρες το άκουγε αυτό και τότε τα μεγάλα του μάτια θόλωναν τα δάκρυα. Πονούσε η ψυχή του γιατί οι άνθρωποι έχαναν την πίστη τους και το παιδί που έκρυβαν μέσα τους το σκότωναν. Μα.. αν είχαν πίστη και ανοιχτή καρδιά και καθαρή ψυχή θα έβλεπαν πως δεν τους ξέχναγε ποτέ. Ακόμη κι αν τον πίκραιναν τόσο τα λόγια τους αυτός πάντα άφηνε τα δώρα του σε όλους. Αλλά η κακία, η αχαριστία, η ζήλια, το μίσος και το σκοτάδι στις καρδιές ήταν πολύ δυνατά για να αφήσουν το φως της αγάπης του γι΄αυτούς να βρει μια μικρή χαραμάδα έστω και να τρυπώσει μέσα να πλημμυρίσει τις ψυχές. Λόγια πικρά που τον πονούσαν περισσότερο κι από τους πόνους στη μέση. Μα τους αγαπούσε όλους. Μικρούς μεγάλους και ήταν όλοι παιδιά του έτσι τους ένιωθε. Και ένας ‘’γονιός’’ δε μπορεί να κακιώσει με τα παιδιά του όσο κι αν τον πικράνουν…

                           Έτσι φέτος αποφάσισε να δει τι ακριβώς ήταν αυτό που πραγματικά ζητούσαν οι άνθρωποι. Τι έλειπε από τη ζωή τους. Τι τους πονά ώστε να απαλύνει τον πόνο τους αυτός. Τι βάραινε τη ψυχή τους. Ποιες αγωνίες είχαν και ποια όνειρα. Για το λόγο αυτό φώναξε μια μέρα κοντά του τους καλύτερους αγγέλους. Θέλω, τους είπε να πάτε στη γη και να παρατηρήσετε τους ανθρώπους. Μικρούς μεγάλους. Θέλω όταν γυρίσετε να μου πείτε ο καθένας από εκεί που είχε πάει τι είδε, τι άκουσε, τι έμαθε, τι ζητάνε οι άνθρωποι, τι τους λείπει πραγματικά για να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι όλοι. Θέλω φέτος να τους δώσω όλη μου την αγάπη και ότι θέλει ο καθένας πραγματικά στη ψυχή του!!!

                          Οι άγγελοι πήραν την ευχή του και έφυγαν για το μεγάλο ταξίδι τους στη γη. Σκορπίστηκαν στα πέρατα του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της γης και μέρα με τη μέρα περπατούσαν πλάι στους ανθρώπους και παρατηρούσαν τα πάντα.

                           Ο Άγιος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Πλησίασε τη φωτιά στο τζάκι. Έριξε μερικά κούτσουρα ακόμη γιατί σαν να του φάνηκε πως πήγαινε να σβήσει και άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στο χιόνι. Αμέσως έτρεξαν κοντά του διάφορα μικρά ζωάκια. Σκιουράκια, ελαφάκια, μικρά πουλάκια παγωμένα τιτίβιζαν χαρούμενα τριγύρω του. Αυτός έσκυψε και τα αγκάλιασε όλα ένα ένα. Τα χάιδεψε στα κεφαλάκια τους και τους έδωσε την ευχή του. Το ανήσυχο βλέμμα του κοίταζε πέρα μακριά μήπως φανούν οι απεσταλμένοι του. Τόσος καιρός και δεν είχαν φανεί ακόμη. Πότε θα προλάβαινε αυτός να εκπληρώσει τόσες πολλές επιθυμίες αν δεν ήξερε τι θέλουν οι ανθρώποι ώστε να΄ναι ευτυχισμένοι και να πάψουν να παραπονιούνται πλέον…

                           Το βράδυ της παραμονής όλο και πλησίαζε… το έλκηθρο ήταν ήδη έτοιμο. Καλογυαλισμένο και πεντακάθαρο έλαμπε από μακριά. Τα παιχνίδια για τα μικρά παιδιά είχαν στοιβαχτεί σε κούτες εδώ και μέρες. Το μόνο που έλειπε ήταν οι επιθυμίες και τα θέλω των ανθρώπων ώστε να μπορεί να κάνει αληθινά χαρούμενο τον κόσμο. Μα που ήταν γιατί αργούσαν τόσο; Είχε περάσει πολύς καιρός που είχαν φύγει και ανυπομονούσε να επιστρέψουν και να μάθει την αλήθεια. Έτριψε την ολόλευκη γενειάδα του και ξαναμπήκε αργά αργά μέσα στη καλύβα. Έπιασε στην αγκαλιά του τη μικρή χιονούλα. Την λευκή γατούλα του που του κρατούσε συντροφιά με τα καμώματά της. Αυτή τρίφτηκε πάνω του γουργουρίζοντας χαρούμενη. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και ένας άγγελος του είπε πως οι απεσταλμένοι του είχαν φτάσει και ζητούν την άδειά του να τον δουν.

                               -Άδεια; Τι είδους άδεια να δώσω; H αγκαλιά μου είναι πάντα ανοιχτή για όλα τα πλάσματα του Θεού!!! Περάστε μέσα!!!

                               Οι άγγελοι μπήκαν ταπεινά μες τη καλύβα και γονάτισαν μπροστά του.-Την ευλογία σου γέροντα!!! Είπαν και χαμήλωσαν το βλέμμα.

                              -Την ευλογία του κυρίου να έχετε. Πέστε μου τώρα τι είδατε, πως είναι τα πράγματα στη γη, τι ζητάν οι άνθρωποι, πως περνούν, τι λείπει πραγματικά από τις καρδιές τους. Που πήγατε, τι μάθατε, τι είδαν τα δικά σας μάτια.

                                Οι άγγελοι δεν τόλμησαν να σηκώσουν το βλέμμα και να τον κοιτάξουν. Ένιωθαν το βάρος να πλακώνει τις φτερούγες τους.

                                -Άγιε μου, όπως μας πρόσταξες πήγαμε στα πέρατα της γης. Γίναμε ένα με τους ανθρώπους. Περπατήσαμε δίπλα τους, μιλήσαμε μαζί τους. Με μικρούς και μεγάλους.  Άλλοι μας άνοιξαν τη καρδιά τους και είπανε πολλά. Άλλοι μας πετροβολήσανε με τα λόγια και τις πράξεις τους και μας διώξαν μακριά. Περιπλανηθήκαμε καιρό σε κάθε γωνιά σε κάθε τόπο. Τα μάτια μας πονέσανε από αυτά που είδαν. Η ψυχή μας γδάρθηκε από το πόνο και τη δυστυχία. Είπε ο πρώτος άγγελος.

                                -Μα δε μπορεί.. δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί ούτε υπάρχει παντού τόση δυστυχία… μονολόγησε ο Άγιος.

                        - Άγιε μου είδαν τα μάτια μας πολλά. Μικρά παιδιά να σέρνονται ξυπόλητα και πεινασμένα με τη βία στη βαριά δουλειά. Τα χεράκια τους δεν αντέχαν και τα πόδια τους πονούσαν. Τα βράδια κουλουριάζονταν παγωμένα και κλαίγοντας παρακαλούσαν να γλυτώσουν. Να μπορούν να τρέχουν κι αυτά σαν τα άλλα παιδιά να παίξουν και να έχουν μια ζεστή αγκαλιά να χώνονται τα βράδια. Άλλα παιδιά μικρά τα έβαζαν να ζητιανεύουν κι εκείνα κοιτούσαν με απορία και με ζήλια τα άλλα παιδιά να περνούν από δίπλα τους και να φορούν ζεστά ρούχα και να κρατούν παιχνίδια. Είδαμε παιδιά να τα χτυπούν με μανία και να ξεσκίζουν τα κορμιά και τις ψυχές τους. Ακούσαμε τα παρακάλια τους για έλεος και μαζέψαμε τα δάκρυα τους σα πολύτιμο φυλαχτό.

                         - Είδαμε πολλούς να τρέχουν να κρυφτούν από τις σφαίρες. Μανάδες να σφίγγουν τα παιδιά τους και να πεθαίνουν από του εχθρού το χέρι. Χέρια με όπλα να χτυπούν και να σκοτώνουν. Φωτιά να καίει σπίτια και ανθρώπους. Αδερφός να σκοτώνει αδερφό για τα θέλω κάποιου άλλου. Γονείς να ψάχνουν τα παιδιά τους και άλλοι να σπαράζουν πάνω από τα ματωμένα τους κορμιά.

                        - Περπατήσαμε ανάμεσα στο πλήθος. Άλλοι κοιτούσαν με μανία άλλους και η απληστία ύψωνε το χέρι να αρπάξουν. Το μίσος σε καρδιές έστηνε ενέδρες θανάτου. Θάνατος μύριζε παντού. Μίση και κακίες ξεπληρώνονταν με αίμα.

                         - ‘Ανθρωποι έβαζαν φωτιές. Το χρήμα θόλωνε το μυαλό και τη λογική. Καίγανε δάση, ζώα, ανθρώπους μα δε τους ένοιαζε. Άλλοι έτρεχαν να ξεφύγουν από το κακό αυτό κι άλλοι δε πρόλαβαν καν. Κόσμος πολύς έμεινε χωρίς σπίτι, χωρίς τίποτα. Γέροι κλαίγανε στα αποκαΐδια τον ιδρώτα μιας ζωής. Γιατί ‘Αγιε μου η απληστία για το χρήμα να σπέρνει το κακό;

                         - Iσχυροί τα γνώριζαν αυτά, μα το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το κέρδος. Το ψέμα τους πότιζε. Τα ψεύτικα λόγια και τα δάκρυα τους βάλσαμο στις πονεμένες ψυχές. Μα αυτοί έδιναν τα χέρια συμφωνίας και φούσκωναν κι άλλο τα πορτοφόλια τους και τη ματαιοδοξία τους. Καπνός πολύς έπνιγε τη γη. Μαύρος καπνός με τη μορφή θανάτου σκέπαζε τον ουρανό. Έπνιγε  τα δάση, μόλυνε το νερό και σκότωνε τα ζώα. Άνθρωποι σκελετωμένοι να σέρνονται στη λάσπη για μια σταγόνα καθαρό νερό. Για ένα πιάτο ρύζι. Να ψάχνουν στα σκουπίδια για αυτό που κάποιοι πέταξαν, να φάνε. Άνθρωποι να ψάχνουν μια ζεστή γωνιά να κοιμηθούν έξω στο κρύο. Χαρτόκουτα το στρώμα τους και κουρέλια το σκέπασμά τους. Πολλοί τους προσπερνούσαν αδιάφοροι τρέχοντας να μπουν στη ζεστασιά του σπιτιού τους.

                          - Πόνος πολύς Άγιε… ανθρώπινες ψυχές να εκλιπαρούν για λύπηση και γιατρειά. Γεμάτα κρεβάτια από πονεμένες άρρωστες ψυχές. Κάθε είδους αρρώστια και όλων των ειδών οι πόνοι. Γιατί Άγιε μου να υπάρχει τόσος πόνος; Γιατί πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι; Γιατί τόσα δάκρυα; Γιατί να υπάρχουν άνθρωποι  που κάνουν άλλους να πονάνε; Γιατί πρέπει να σκοτώνονται μεταξύ τους και να βασιλεύει το μίσος και η απληστία; Γιατί μερικοί ξεσπάν πάνω σε αθώα κορμάκια και γιατί να ρέει τόσο αίμα;

                        O Άγιος τους άκουγε έναν έναν και τα μάτια του έκαιγαν. Δάκρυα ήθελαν να ξεχυθούν πάνω στα λευκά του γένια. Ένιωθε τον πόνο του κάθε ανθρώπου σαν μαχαιριά βαθιά στη ψυχή του. Χιλιάδες μαχαιριές τον χτυπούσαν με μανία. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από μέσα του. Σηκώθηκε αμίλητος και σκεφτικός. Βάδισε ως το παράθυρο. Σκεφτόταν όλα αυτά και ζούσε τη κάθε στιγμή σα να΄ταν εκεί. Τελικά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ούτε η γέννηση του Θεανθρώπου μπόρεσε να γλυκάνει τις ψυχές τους, ούτε η σταύρωση του να αλλάξει τα πιστεύω τους. Μα ήταν άνθρωποι. Με αδύναμες ψυχές, δεν ήταν άγιοι… έπρεπε να κάνει κάτι να συνετιστούν. Μα τι όμως; Δεν είχε τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο με μιας. Έπρεπε όμως να συνεχίσει να προσπαθεί. Να μοιράζει αγάπη, πίστη, καλοσύνη, σοφία, σύνεση, χαρά. Όσες περισσότερες ψυχές γινόταν να ποτίσει. Όσα περισσότερα πρόσωπα μπορούσε να κάνει να χαμογελούν. Ας μην το καταλάβαιναν αυτοί πως αυτός τους επισκέφτηκε όντας. Πως ναι υπάρχει και θα είναι πάντα δίπλα τους βάζοντας αγάπη στη ψυχή τους. Σταγόνα σταγόνα θα γέμιζαν οι καρδιές. Θα άλλαζε κάποτε ο κόσμος και το κακό θα έφευγε για πάντα. Θα έρθει η μέρα που θα βασιλέψει η αγάπη και η ομόνοια. Όλοι θα είναι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Δε θα υπάρχει πόνος πουθενά. Ο κύριος είναι μεγάλος και μόνος αυτός ξέρει.

                           ‘Έσυρε βαριά τα βήματά του και άνοιξε τη πόρτα. Έξω είχε αρχίσει ήδη να ξεπροβάλει ένας ολόλαμπρος ήλιος. Θα αλλάξουν όλα!!! Είπε και χαμογέλασε στο μικρό σκιουράκι που πήδηξε στην αγκαλιά του.

12 σχόλια:

  1. Υπέροχο Χρυσα μου το παραμύθι σου! όμορφα γραμμένο Και με ευαισθησία!!Μπράβο σου! Θα το εκδωσεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Λιάνα μου!! Δε νομιζω...για έκδοση

      Διαγραφή
  2. Πολύ πολύ όμορφο :-)) και όσο μαγικό χρειάζεται.
    Φιλώ σε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Υπέροχοοοο Χρύσα μου αγαπημένηηηη! Καταπληκτικό!! Μπράβοοο συγχαρητήρια. Συνεχισε να γραφεις το εχεις αγαπημένη μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πάρα πολύ Μαρία μου !!! Πολλές επιτυχίες σου εύχομαι

      Διαγραφή
  4. Η μαγεία της ψυχής σου καταφέρνει να περνά μέσα απ'τη γραφή σου!!! Πάντα τόσο όμορφα και τρυφερά ταξίδια!!! Ευχαριστώ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σε ευχαριστώ πολύ πολύ Βασιλική μου αγαπημένη. Πάντα επιτυχίες σου εύχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Χρύσα μου είσαι μια συνεχής αποκάλυψη! Κάθε φορά μας ξεδιπλώνεις και μια καινούργια πτυχή της προσωπικότητάς σου και είναι πιο όμορφη και μαγική από την προηγούμενη. Το κείμενό σου είναι υπέροχο, μέ έκανε να σκεφτώ, να προβληματιστώ και να το απολαύσω με όλες μου τις αισθήσεις! Συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ευχαριστώ πάρα πολύ αγαπημένη μου. Τα λόγια σου με τιμούν. Καλή επιτυχία σε ότι κάνεις εύχομαι!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή