Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

'' Χωρις τιτλο ''


                                                    '' Χωρις τιτλο ''

                          «Eμένα που με βλέπεις, αν ήξερες τι κουβαλώ πίσω μου θα τρόμαζες…» μου είπε και το βλέμμα της χάθηκε πάλι μέσα στο ποτήρι που κρατούσε.
Κοίταζε ώρα πολύ το ποτό της ή …πάλι έμενα έτσι μου φάνηκε. Δεν τολμούσα να ρωτήσω τι εννοούσε. Αν και καιγόμουν να μάθω. Πάντα είχα την περιέργεια αν η Βανέσα Ρεφής ήταν αυτή που έδειχνε ή κατά βάθος έκρυβε μια άλλη ιστορία μέσα της.
                           «Να παραγγείλουμε ακόμη ένα;» την ρώτησα. «Νομίζω πως έτσι όπως κοιτάζεις το ποτό σου στο τέλος θα το ματιάσεις» της είπα, προσπαθώντας να κάνω λίγο χιούμορ μιας και ένιωθα κάπως βαριά την ατμόσφαιρα.
                           Με κοίταξε με λοξό βλέμμα παίρνοντας επιτέλους τα μάτια της από το ποτό της. Τα μάτια της ήταν σαν κομμάτια πάγου. Ή όχι. Σαν ξυράφια καλύτερα. Αν μπορούσε αυτό το γκριζογάλανο παγωμένο βλέμμα να κόψει θα είχα κοπεί στα δυο τώρα χωρίς πλάκα. Ξαφνικά άρχισε να ξεσπάει στα γέλια. Ένα δυνατό γέλιο που έμοιαζε και σαν κλάμα. Προσπάθησα να γελάσω κι εγώ.
                           «Έχεις πλάκα» μου είπε. «Καλύτερα που βγήκα μαζί σου απόψε για ποτό και δεν έμεινα κλεισμένη στη σουίτα μου γιατί θα είχα σαλτάρει. Μπορεί ακόμη και να είχα «σαλτάρει» και από εκεί ψηλά, με θέα την Αθήνα» είπε γελώντας.

«Βανέσα τι είναι αυτά που λες;» την ρώτησα ανήσυχος.
«Αν συνεχίσεις να με ποτίζεις κι άλλο απόψε … θα πω πιο πολλά και ίσως το μετανιώσω αύριο» μου απάντησε αινιγματικά με ένα βλέμμα που έλεγε πολλά.
«Ε τότε να κεράσω άλλον έναν γύρο αν είναι να μάθω τα μυστικά σου πανέμορφη μάγισσά μου» είπα και έκανα νόημα στον μπάρμαν να φέρει μια από τα ίδια…
«Κύριε Τζωνυ έχετε σκοπό να με αποπλανήσετε απόψε;» μου είπε και με κοίταξε αινιγματικά.
«Ίσως να θέλω να σε μάθω αγαπητή μου... να μάθω τι κρύβεις μέσα στην καρδούλα σου» είπα με πονηρό χαμόγελο αλλά κατά βάθος φοβήθηκα μην στραβώσει και με βρίσει στο τέλος.

                            «Λοιπόν άκου ωραίε μου!! Με πέτυχες απόψε σε φάση όπου ούτε κι εγώ ξέρω τι θέλω... ίσως να θέλω να εξομολογηθώ… ίσως να θέλω να αποτινάξω από πάνω μου όλη αυτή την σαπίλα που με τυλίγει ... ίσως πάλι και να θέλω να απογυμνωθώ στα μάτια σου μπροστά και να ρίξω τα πέπλα της Βανέσας Ρεφής και να αφήσω να βγει στην επιφάνεια εκείνο το κοριτσάκι που κρύβω τόσο καλά και τόσο βαθειά μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια» είπε και κατέβασε μια γερή γουλιά απ’ το ποτό της.
                             «Εδώ είμαι λοιπόν και να ξέρεις πως είμαι πολύ καλός και έμπιστος ακροατής» απάντησα.
                             «Είσαι σίγουρος; Σου εγγυώμαι πως δε θα πλήξεις λεπτό από όσα σου πω, αλλά είσαι σίγουρος; Σε ξαναρωτώ Τζωνυ γιατί μπορεί με όσα πω να με γκρεμίσεις από τον θρόνο που ίσως με έχεις βάλει να κάτσω…»
                              «Μα τι λες αγαπητή μου; Θες και τα λες τώρα αυτά; Υπήρχε ποτέ περίπτωση να σκεφτώ κάτι τέτοιο εγώ για σένα; Ξέρεις παρά πολύ καλά πόσο σε εκτιμώ και σε σέβομαι και τολμώ να πω πως είσαι… είσαι…»
                              «Τι είμαι Τζώνυ;»
                              «Είσαι... »  να με πάρει ο διάολος!!! Τι έπαθα; Κατάπια την γλώσσα μου;
                              «Τι είμαι Τζώνυ;» μου είπε σκύβοντας προς το μέρος μου και η φωνή της ακούστηκε σαν κελάιδισμα στ’ αυτιά μου…
Μμ αυτό το άρωμα της… αυτή η μυρωδιά του κορμιού της με μάγευαν… Ουφ ουφ!!! Δε θα την βγάλουμε καθαρή απόψε την βραδιά, σκέφτηκα.
                               «Είσαι ένα κομμάτι αναπόσπαστο για μένα Βανέσα μου!!! μια πολύ καλή μου φίλη που αγαπώ πολύ» της είπα.
Θεέ μου τι βλακείες κάθομαι και λέω; σκεφτόμουν μέσα μου.
Την ιδία στιγμή εκείνη σαν να πάγωσε λίγο το βλέμμα της... άρπαξε το ποτήρι της και κατέβασε μια γερή ρουφηξιά και έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.

                                Τι ήταν τώρα αυτό; Λες να ήθελε να πω κάτι άλλο; Μήπως περίμενε να ακούσει κάτι διαφορετικό; Μήπως όντως έκανα πατάτα; Ω Θεοί!!! Αυτή η γυναίκα πάντα με έκανε κόμπο. Ξεροκατάπια και ήπια κι εγώ μια δυνατή γουλιά που έτσι όπως κατέβαινε στο λαρύγγι μου ένιωσα σαν να έπινα υγρό πυρ!!! Για μια στιγμή κανείς δε μιλούσε. Μου φάνηκε αιώνας ώσπου να αρχίσει εκείνη να μιλάει. 
                              «Πιστεύεις στα παραμύθια Τζώνυ; Ή καλύτερα να πω, πιστεύεις στην μοίρα… στο κισμέτ… όπως θες πες το».
                              «Εξαρτάται από το παραμύθι» είπα, αν και ποτέ δεν μ’ άρεσαν γιατί κατά βάθος ήξερα πως είναι όλα ψέματα.

                               «Ε λοιπόν αγαπητέ υπάρχουν και παραμύθια που δεν είναι ψέματα. Αλλά πέρα για πέρα αληθινά. Με κακές μάγισσες, δράκους, ιππότες, κ.λπ, κ.λπ» είπε. «Όταν ήμουν δεκαπέντε ετών μικρή αθώα επαρχιωτοπούλα , γιατί μεγάλωσα στην επαρχία από φτωχούς γονείς που με το ζόρι τα έβγαζαν πέρα, είχα ένα όνειρο. Να ξεφύγω από αυτή τη μιζέρια. Να ξεφύγω με όποιον τρόπο γινόταν. Δε με ένοιαζε το πώς… αρκεί να φύγω από εκεί. Γιατί πνιγόμουν δεν άντεχα ούτε μια μέρα από τη ζωή μου εκεί στην επαρχία. Στα δεκαεπτά μου γνώρισα έναν δικηγόρο όταν μια μέρα αποφάσισα να κάνω κοπάνα από το γυμνάσιο που πήγαινα τότε».
Την κοίταζα χωρίς να μιλάω.
                                «Μη με κοιτάς έτσι!!! Τι το παράξενο ακούς δηλαδή; Όλα τα κορίτσια της επαρχίας τα ίδια όνειρα είχαν, έχουν και θα έχουν!!!» μου είπε με θυμωμένο ύφος.
                                «Δε σε κοιτώ ειρωνικά, απλά είμαι περίεργος να ακούσω το παρακάτω… θέλω να μάθω τη συνέχεια» είπα.
                                 «Ωραία λοιπόν, άκου. Αυτός ο Δικηγόρος ήταν σαράντα τριών ετών τότε. Τεράστια διαφορά ηλικίας δε νομίζεις; Ήταν όμως ο μεγάλος μου έρωτας. Μαγεύτηκα από αυτόν σαν άβγαλτο κοριτσόπουλο που ήμουν. Ήταν ο πρίγκιπας με το άσπρο άλογο που ήρθε να με πάρει από εκεί. Του έδωσα τα πάντα από εμένα. Γλέντησε καλά καλά το κορμί μου ο αλήτης!!! Το άγουρο κορμί μου. Με έκανε ό,τι ήθελε. Ήμουν το πορνίδιο του. Σερνόμουν στα πόδια του. Εκλιπαρούσα για την αγάπη του, τον έρωτα του. Τόσο υποχείριο με είχε κάνει. Αυτός το ήξερε πως θα έκανα τα πάντα γι αυτόν αρκεί να το ζητούσε!! Μου ζήτησε να δοθώ σε έναν φίλο του. Αρνήθηκα. Με απείλησε πως θα με αφήσει, πως θα με κάνει να σέρνομαι στη λάσπη διασύροντας με. Ένα κορίτσι τότε εκείνα τα χρόνια χάνοντας την τιμή του ήταν μια πουτάνα στιγματισμένη για πάντα. Η ντροπή του σπιτιού. Τρελάθηκα. Έκλαψα, πόνεσα, τον ικέτεψα να μην με δώσει αλλού. Μετά εκείνος άρχισε να με φιλάει, να με αγκαλιάζει να μου λέει πως εγώ είμαι η γυναίκα της ζωής του και πως θα παντρευτούμε μόλις τελειώσω το σχολείο και θα με πάρει και θα φύγουμε για Αμερική και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Πως αν τον αγαπώ δεν πρέπει να του χαλάσω χατίρι. Μόνο έτσι θα του αποδείξω πως του είμαι πιστή».
                           Τα είχα χάσει ακούγοντας την... δεν ήξερα αν μιλάει το ποτό, αν ήταν ένας ρόλος ακόμη της Βανέσας που τον έπαιζε καλά ή αν όντως ήταν έτσι ακριβώς όπως τα λέει... Μου φαινόταν απίστευτο αυτή η λαμπερή παρουσία να πέρασε από εκεί. Πήρε το ποτήρι της και κατέβασε μια γερή ρουφηξιά.
                           «Να πάρει ο διάολος... οικονομία στο ποτό κάνουν; Όλο παγάκια και ποτό ούτε δείγμα; Στέγνωσε το λαρύγγι μου!!! Γκαρσόν!!! Φέρε μου άλλο ένα και όχι τσιγγουνιές!!! Γέμισε το με ποτό όχι παγάκια!!!» φώναξε και ο μπάρμαν χαμογέλασε νομίζοντας πως κάνει χιούμορ. «Θα πιεις; ή μόνο εγώ θα γίνω σκνίπα απόψε;» μου είπε.
                            «Τι έγινε τελικά πήγες με τον φίλο του; Σε κατάφερε το παλιοτόμαρο;» είπα.
                            «Ααα μη βιάζεσαι αγαπητέ... πρώτα να έρθει το ποτό μου. Είναι μεγάλη η νύχτα απόψε. Έχουμε να πούμε πολλά και μη νομίζεις πως αυτή ήταν όλη κι όλη η αμαρτία στη ζωή μου!!! Χαχα αυτό ήταν πταίσμα για τα επόμενα!!!» γέλασε ειρωνικά.
                            Μα τι μου λέει απόψε; Πταίσμα; Δηλαδή τι άλλο θα μάθω απόψε; Όντως η νύχτα δεν έχει ξεκινήσει ακόμη. Ε ρε και να ‘μουνα παπαράτσι καμιάς κιτρινοφυλάδας… θα έκανα την τύχη μου απόψε!!! Σκέφτηκα κι αμέσως με τύλιξαν ενοχές για τη σκέψη μου μαζί με ένα πνιχτό γέλιο. 
 
Συνεχιζεται….

Χρύσα Μπαλαμπάνη
10 / 1 / 2013
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου